"Λέξω προς αιθέρα"

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

ΞΕΡΟΥΝΕ ΤΙ ΛΕΝΕ;



Εμπαθών γελοιοτήτων συνέχεια (Υποσχεμένο)

Ενώ ποντάρανε περισσότερο να κρυφτούνε στην «κρύπτη» του κειμένου παρά στην «κρύπτη» της συλλογικής τους ανωνυμίας, τελικά του κειμένου τους εκθέτει πιο καίρια αλλά και ακέραια, φανερώνοντας επιπρόσθετα στίγματα, εσωτερικά τώρα,  της ιδιοσυστασίας τους. Γιατί, αν και του κάνανε τη μέγιστη αξιακή φόρτιση, ώστε να συντελείται η απαιτούμενη δημαγωγία και να αποκρύπτεται η εννοιολογική του βαβυλωνία, εν τούτοις αυτή προβάλλει και γίνεται φανερό πως πρόκειται για ένα κείμενο εννοιολογικά ασυνάρτητο, για έναν «αχταρμά» ιδεών και ανύπαρκτων εννοιολογικών συσχετίσεων, για συνεχείς μεταπηδήσεις από τη μια μεγαλόστομη έννοια στην άλλη και για μια έκδηλη παντού διάθεση απόκρυψης των αιτίων και υπαιτίων, καθώς οι ίδιοι αποτελούν την ταύτιση μαζί τους. Πάντως το μοναδικό σκοπό που είχε ως κείμενο να μη δείχνει ότι ο δρόμος που μας υποδεικνύεται είναι ο δρόμος του καταστροφικού εναγκαλισμού μας και πάλι μαζί τους, χάρη στην προσεγμένη επίδειξη ηθικολογίας, σχεδόν τον πετυχαίνει. Πρέπει κανείς να το αναγνώσει με προσοχή, για να διαγνώσει τις μύχιες βλέψεις των συντακτών του, την πραγματική σκοπιμότητά τους και την παραπλανητικότητα του λόγου τους.
Η πρόθεσή τους να δείχνει το κείμενο ακομμάτιστο είναι εμφανής αλλά και προφανής, για να πιάνει τόπο η δημαγωγικότητα που εμπεριέχεται στο «ακομμάτιστο». Πίσω από το «ακομμάτιστο» κρύφτηκαν και στις δημοτικές εκλογές που τους δώσανε την πλειοψηφία και τους αναθέσανε την ευθύνη να ασκούνε καθήκοντα δημοτικής αρχής και όχι βέβαια να προπαγανδίζουν σε εθνικές εκλογές την πολιτική ενός κόμματος που και οι ίδιοι ντρέπονται να πούνε το όνομά του. Εν πάση περιπτώσει σ` αυτό τον τύπο δημαγωγίας του «ακομμάτιστου» επιδίδονται αρκετά. Αλλά η διάθεσή τους να δημαγωγήσουν δεν εξαντλείται μόνο σ` αυτό τον τύπο. Χρησιμοποιούνται και όλοι οι άλλοι τρόποι. Ο ρητορισμός, η μονοπώληση τίμιων διαθέσεων και η συνακόλουθη κυρίως χρήση εννοιών αξιακά φορτισμένων, όπως είναι το έθνος, η πατρίδα, το αίσθημα ευθύνης… και τα απειλητικά τους, που αποτελούν γονιμότατο έδαφος για δημαγωγική καλλιέργεια. Αλλά αυτή, όπως όλοι μας ξέρουμε, επιτελείται κατά κανόνα πάνω σε πραγματικές σχέσεις και συνδέσεις αυτών των εννοιών, όχι σε ανύπαρκτες και μη λογικές. Στο συγκεκριμένο όμως κείμενο δεν ξέρουμε γιατί προτιμήθηκε το δεύτερο. Να το αποδώσει κανείς σε υποκειμενική αδυναμία είναι πολύ δύσκολο. Τόση εννοιολογική άγνοια είναι κάτι δυσεύρετο. Να το αποδώσει σε πρόθεση; Πάλι δύσκολο. Ποιος θέλει να δείχνει τόσο αδαής. Γιατί σ` αυτή τη δεύτερη μέθοδο, που ακολουθήθηκε και που δεν έχει βέβαια μεθοδολογική εντιμότητα,  γίνεται ολοφάνερη εδώ η αδυναμία σύλληψης ορθών σχέσεων μεταξύ των εννοιών και αποτύπωσής τους. Ως προς αυτό είναι που χωλαίνει το κείμενο σοβαρά και περισσότερο αποκαλύπτει, παρά αποκρύπτει.
Αρχίζει το κείμενο με το θέμα των εκλογών. Για να γίνει δημαγωγική εκμετάλλευση της αέναης σημασίας τους προσφεύγουν στον εντυπωσιασμό της ρητορικότητας, στη στρέβλωση των εννοιών, στην αντιστροφή της πραγματικότητας και στη διατύπωση ακόμα και διττού ψεύδους, ότι αυτοί είναι οι μόνοι που θεωρούν τις εκλογές αναγκαίες και ότι εξαιτίας αυτού η δική τους πρόταση είναι η μόνη που καθιστά τις εκλογές δημοκρατική λύση και δημοκρατική διέξοδο. Για να μη γίνεται όμως αντιληπτό το διττό αυτό ψεύδος, λαμβάνει χώρα προηγουμένως μια προεργασία συσκότισης των πραγμάτων, ώστε μέσα σε ένα θολό εννοιολογικό και συλλογιστικό τοπίο, να μη φαντάζει ψευδής ο καταληκτικός τους ισχυρισμός. Ονομάζονται, λέγεται στο κείμενο, οι εκλογές κρίσιμες από πολλούς, χρήσιμες από διπλάσιους και αναγκαίες από τους ίδιους, ενώ δεν υπάρχουν καν αυτές οι κατηγοριοποιήσεις ούτε βέβαια οι αντιστοιχήσεις προς τους ονοματοδότες – αναδόχους των χαρακτηρισμών. Οι δύο μάλιστα πρώτες κατηγοριοποιήσεις γίνονται για την ομοηχία και μόνο που έχουνε τα δύο επίθετα, άρα για εντυπωσιασμό και μόνο.  
Όλοι μας, όσοι πιστεύουμε στο πολίτευμα της Δημοκρατίας, όταν κάνουμε λόγο γι` αυτό και μιλώντας γενικά για τις εκλογές, τις θεωρούμε χρήσιμες και αναγκαίες για τη λειτουργία αυτού του Πολιτεύματος. Αναγκαίες τις θεωρούμε επίσης, όταν πιστεύουμε ότι σε ειδικές περιστάσεις συντρέχουν λόγοι έκτακτης διεξαγωγής τους.  Κρίσιμες τώρα μπορεί να χαρακτηρίζονται, συνήθως όταν είναι ήδη προκηρυγμένες και όταν είναι πράγματι κρίσιμες,  είτε διεξάγονται αυτές τακτικά είτε έκτακτα. Πάντως το κάθε κόμμα τις χαρακτηρίζει σχεδόν κάθε φορά έτσι, για να συσπειρώνει τους ψηφοφόρους του. Δεν υπάρχει επομένως μια ορισμένη κοινωνική ομάδα ή πολιτικό κόμμα που να έρχεται σε αντιστοίχηση με τον έναν ή τον άλλο από τους τρεις χαρακτηρισμούς. Ετούτες τώρα οι εκλογές, ενώ ήτανε για πολλούς μας αναγκαίες, δε γινότανε αποδεκτή η αναγκαιότητά τους από τους αρμόδιους θεσμούς, ώστε να τις προκηρύξουν, και μόνο η αποτροπή της εκλογής προέδρου της δημοκρατίας τις κατέστησε και θεσμικά αναγκαίες. Άρα δε γίνανε αναγκαίες, επειδή εκ των υστέρων και πολύ μετά την προκήρυξή τους, τη στιγμή που συντάχθηκε το κείμενο και για τις δικές του ανάγκες,  τις ονομάσανε αυτοί αναγκαίες. Οι ίδιοι μάλιστα ήτανε κατά των εκλογών και έως την ώρα της προκήρυξής τους και κάνανε το παν, ώστε να μην προκηρυχθούν. Και, ενώ δεν υπάρχει καμιά πραγματική βάση σε τέτοιους ισχυρισμούς αλλά και στους προηγούμενους εννοιολογικούς συσχετισμούς, διατυπώνονται με διατυμπάνιση μάλιστα. Πρόβλημα όμως μεγάλο έχουν και οι άλλες συσχετίσεις που γίνονται μεταξύ των επιθέτων που χαρακτηρίζουν τις εκλογές και των συνοδευτικών τους, που κανείς δεν ξέρει αν είναι αίτια ή και αιτιατά, γιατί κανείς δεν ξέρει περί τίνος πρόκειται πραγματικά, έτσι αυθαίρετα που γίνονται οι εννοιολογικοί συσχετισμοί. Δε θα επιμείνω όμως άλλο σ` αυτό.
Για την ενόχλησή τους τώρα που το «αφοριζόμενο» κόμμα επιζητούσε αυτοδυναμία τι να πω; Δεν πάει αισθητικά τουλάχιστον να την αποκηρύσσει εκείνος που την κατέστησε, αντιδημοκρατικά βέβαια, εφικτότατη, για να επωφελείται ο ίδιος πολιτικά επί δεκαετίες και να οδηγεί τη χώρα σταθερά προς την καταστροφή. Ωστόσο η εξασφάλισή της από το αποκηρυσσόμενο κόμμα, είτε της ίδιας είτε της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, που είναι ισοδύναμο σχεδόν και το ίδιο άδικη, θα είναι μια μορφή αποκατάστασης τη δικαιοσύνης, στην αρνητική, ελλιπή της έστω μορφή. Γιατί η θεά της Νέμεσης, που υπάρχει για τέτοιες περιπτώσεις, τιμωρεί με «μπούμερανγκ» αυτούς που θεσπίσανε αυτή την αδικία. Τότε που την καρπωνότανε εκείνοι επικροτούσανε την άδική επίτευξή της, τώρα γιατί τους εξεγείρει; Αλλά πρέπει, είπαμε, να μη φαίνεται ότι είναι οι ίδιοι εκείνοι άνθρωποι.
Η πατρίδα και το έθνος και ο διχασμός του και η αντίστοιχη ευθύνη είναι φυσικότατα λέξεις που διαπερνούν το κείμενο, για να γίνεται πειστική η μονοπώλησή τους μέσω της δημαγωγικότητας που εν δυνάμει εμπεριέχουν ως έννοιες και να υποδηλώνεται ευθαρσώς ότι οι άλλοι προς τους οποίους απευθύνεται η παραίνεση του κειμένου, δεν τρέφονται από τέτοια αισθήματα και καλά είναι να τα αποκτήσουν. Ευτυχώς δε γίνεται η παραπομπή σε βορίδεια μέθοδο απόκτησης. Δεν εξετάζω όμως τι θυμίζουν αυτά τα κηρύγματα ούτε με απασχολεί η ρηχότητα της σκέψης, που θεωρεί το θέμα της κρίσης εθνικό και όχι ταξικό, αφού αυτοί δεν ακούσανε ποτέ τίποτα περί κυριαρχίας των ισχυρών σε μια κοινωνία και στην Ευρώπη σήμερα όπως και στην ανθρωπότητα ολόκληρη. Είπαμε ότι πρέπει να κάνουν τον κουφό, αφού κρύβονται. Με απασχολεί όμως ο συλλογισμός τους ότι, επειδή το διακύβευμα των εκλογών είναι εθνικό, πρέπει στις εκλογές αυτές να συνταχθούμε μαζί τους. Είναι οι γνήσιοι εκφραστές της εθνικής ιδέας, μας λένε περίπου, και επιπρόσθετα δεν είναι καθόλου οι ίδιοι με τους πριν, είναι οι σοφότεροί τους. Οι καταστάσεις «μας έκαναν σοφότερους» μας διαβεβαιώνουν έμμεσα, για να πιστέψουμε στο κρύψιμό τους και να πειστούμε πως δεν είναι εκείνοι, αλλά άλλοι, σοφότεροι εκείνων.
Εμείς όμως τη δική τους τωρινή προσχηματική σοφία την είχαμε πραγματική ανέκαθεν, γι` αυτό και δεν πηγαίναμε μαζί τους. Επομένως και, αν ακόμα η δική τους σοφία δεν ήτανε προσχηματική, αλλά πραγματική, δε θα μας ήτανε χρειαζούμενη. Εμείς έχουμε τη δική μας σοφία και την έχουμε οδηγό στις ενέργειές μας και ξέρουμε ότι αυτοί που μας καλούνε σε σύμπραξη μαζί τους είχανε κάποτε επί δεκαετίες την τύχη τη δική μας και όλου του έθνους στα χέρια τους και αποδείχθηκαν ανίκανοι να τη διαχειριστούν, φέρνοντάς μας κρίση και καταστροφή. Είδαμε επίσης ότι προσδώσανε και εθνική διάσταση στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουνε κυβερνητικά την καταστροφή μας. Ως και μέρος της Αριστεράς πήγε μαζί τους. Αποτέλεσμα κανένα. Εξακολουθούμε να είμαστε ριγμένοι σε λάκκο αφανισμού. Αλλά η σοφία μας μας λέει πάλι ότι δεν πρέπει να πιστεύουμε ότι θα μας βγάλουν από το λάκκο αυτοί που μας ρίξανε. Τι μας λείπει, για να αναθέτουμε τη σωτηρία μας στους καταστροφείς μας; Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ή τα μάτια μας; Βλέπουμε επομένως: Όσες κοινωνίες πήραν τους καταστροφείς τους για σωτήρες, σβήσανε. Γι` αυτό και όλες οι κοινωνίες σβήνουν πρώτα τους καταστροφείς τους. Και έτσι σώζονται οι ίδιες. Υπό τον όρο πάντα ότι υπάρχει δημοκρατία. Γι` αυτό σβήσανε και οι ίδιοι και δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουν. Αυτό που επιχειρούν οι δύο αρχηγοί τους, τέως και τωρινός, να ανασυστήσουν θρύψαλα με μάζεμα κόκκων σε ξεχωριστό σακουλάκι ο καθένας, γέλιο λύπησης προκαλεί μόνο. Το σύστημα, πριν καλά καλά γίνει η λαϊκή επικύρωση της εξόφλησής τους, έριξε στην πολιτική νέο αρτιμελές άλογο στη θέση των κουτσών, «το Ποτάμι», για να τρέφει ελπίδες να διασωθεί.
Τα περί ευδαιμονίας και πολιτικού συστήματος και καπιταλισμού, ποιος από τους δύο δεύτερους πρόσφερε το πρώτο κι αν καλά έκανε, άκρη δε βρίσκει κανείς, όχι επειδή δεν είναι και σε καλά ελληνικά διατυπωμένα («…με μοναδικό στόχο την κατάληψη της εξουσίας» λέει το τέλος σχετικής παραγράφου, όπου σύμφωνα με τη σύνταξη πάει στον καπιταλισμό η επιδίωξη, ενώ θέλουνε να την αποδώσουνε στο πολιτικό σύστημα), αλλά επειδή δεν πρέπει να γίνεται σαφές ότι μια τέτοια επιδίωξη πάει στον εαυτό τους, που αποτελούσανε το πολιτικό σύστημα. Για τον ίδιο λόγο γίνεται και η απόκρυψη της διασύνδεσης, της διαπλοκής που λέμε, μεταξύ του δικού τους πολιτικού συστήματος και του κυρίαρχου παγκόσμια καπιταλιστικού συστήματος. Ο δικός τους Σημίτης όμως ήτανε εκείνος που έσπρωχνε προεκλογικά το λαό να βάλει τα χρήματά του στο Χρηματιστήριο. Θα ανέβαινε ο δείκτης πάνω από τις 7.000 μονάδες, έλεγε, και θα πλουτίζανε.  Τα έβαλε ο κοσμάκης και τα χάσανε. Να μιλήσουμε και για τους άλλους, τους λίγους ανάμεσα σε πολλούς, Τσοχατζόπουλο, Μαντέλη, εκατομμυριοφόρο Τσουκάτο, που δεν του έχει ασκηθεί ακόμα καμιά δίωξη; Οι μόνιμα προτιμημένοι από τον ψήφο τους ήτανε όλοι αυτοί οι πολιτικοί εκπρόσωποι της διαπλοκής.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η παραπέρα παρακολούθηση της εμβρίθειας και εμβάθυνσης που χαρακτηρίζουν τις αναφορές τους, ιδίως όταν αναζητούνται αίτια και ευθύνες: «Σε λάθος βάση», διατείνονται, τοποθετείται ο δημόσιος διάλογος και οι αντιπαραθέσεις, όταν «ψάχνουμε να βρούμε ΠΟΙΟΣ φταίει, προσδοκώντας κομματικά οφέλη, και όχι Τι φταίει, γιατί εκεί κρύβεται η ευθύνη όλων μας». α. Η κατάληξη αυτή βέβαια είναι το «μαζί τα φάγαμε» σε άλλη διατύπωση. Αλλά τουλάχιστον αυτοί που τα φάγανε πράγματι μαζί τους ας μη βλέπουν την απαλλαγή τους στην καθολίκευση. Φαίνεται καθαρά ότι η γενίκευση γίνεται για κατασκευή κρύπτης. β. Οι συντάκτες του κειμένου αφήνουνε να εννοηθεί για τον εαυτό τους, «δια της εις άτοπον απαγωγής βέβαια που καταλήγει στον εαυτό μας», ότι εκείνοι μόνο δεν προσδοκούν κομματικά οφέλη, ενώ οι άλλοι αυτά μόνο προσδοκούν. Για να νιώθει όμως κάποιος την ανάγκη να παρουσιάζει τον εαυτό του πολιτικό αγγελούδι, σημαίνει ότι φέρει έντονα τα μελανά στίγματα πάνω του και ότι είναι ορατά στους άλλους, και πρέπει εξάπαντος να εξαφανιστούν. Κρύβοντας τον πολιτικό εαυτό τους, τα πολιτικά τους πεπραγμένα πιστεύουν ότι πετυχαίνουν την εξαφάνισή τους. Η διαγραφή όμως μιας προσωπικής ιστορίας δια της προσωπικής αμνησίας είναι δυνατή. Η διαγραφή της Ιστορίας ή κομματιού της είναι αδύνατη. Γι` αυτό και είναι εκτεθειμένοι πάντα στη θέα των ανθρώπων. Το βλέπουν αυτό και κρύβονται με πολλούς τρόπους. Το βλέπουμε. Γιατί το μόνο που τους μένει είναι αυτό που κάνουν, να κρύβουν το πρόσωπό τους. Τουλάχιστον όσο ζούνε «να μην τους φτύνουν οι καιροί» καταπρόσωπο. γ. Βέβαια στην προτροπή να μετακινήσουμε τη ματιά μας προς το «τι φταίει» εμπεριέχεται δυνητικά αυτή η εξαφάνισή τους, το κρύψιμό τους, γιατί μπορεί να φύγει η ματιά μας από τους ίδιους που είναι οι υπαίτιοι. Δυνητικά όμως.  Ποιος πιστεύει σήμερα ότι τα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα πέφτουν από τον ουρανό, δεν έχουνε τους ανθρώπους συντελεστές και ότι δεν έχουν την ευθύνη οι συντελεστές τους; Ή μήπως πιστεύουμε σήμερα ότι είναι ίδια η ευθύνη αυτών που τα προκαλούν με αυτών που τα υφίστανται;
«Δεν έχουμε», λένε σε κάποια συνέχεια, «ξεκαθαρίσει ως κοινωνία αν τα μνημόνια έφεραν την κρίση ή η κρίση τα μνημόνια κι ας είναι η απάντηση αυτονόητη, ότι η οικονομική κρίση έφερε τα μνημόνια». Ευτυχώς όμως που αυτή η νοητικά υστερημένη κοινωνία έχει τους φωστήρες της, για να της λένε αυτό που δεν μπορεί η ίδια να συλλάβει «η οικονομική κρίση έφερε τα μνημόνια». Αλλά κι έναν τυχαίο βλάκα που θα συναντήσεις στο δρόμο, αν ρωτήσεις, θα σου δώσει την ίδια απάντηση με των φωστήρων. Γιατί επομένως μόνοι τους ρωτάνε και μόνοι τους απαντάνε σε τέτοια ερωτήματα; Δε βλέπουνε τον πιθανό κίνδυνο να εκπηδήσουνε ασύνειδες συσχετίσεις.
Ιδού όμως και ένα δείγμα ποιητικής χρήσης του πολιτικού λόγου. Απολαύστε το: «Παίρνουμε τη φλόγα της προοπτικής από τη φωτιά που άφησε η κρίση και αφήνουμε τις στάχτες σε αυτούς που θέλουν να μας τρομάξουν ή να μας φέρουν δώρα όπως οι Δαναοί». Η λανθάνουσα γλώσσα πόση αλήθεια κρύβει! «Από τη φωτιά που άφησε η κρίση» και που είναι η φωτιά της καταστροφής, παίρνουνε τη φλόγα αυτής της καταστροφικής φωτιάς και τη βάζουνε ως φλόγα στην προοπτική τους. Εδώ είναι που τους ξεφεύγει η ομολογία. Για μας πάντως πολύ καλά κάνουνε που κρατάνε τη φλόγα της καταστροφής στην προοπτική τους· για να βλέπουμε ότι η καταστροφή μας συνεχίζει να βρίσκεται στη δική τους προοπτική. Ας μου επιτραπεί όμως μια σύσταση: Προσοχή στη γλώσσα, για να μη ματαιώνετε εξυπαρχής κάθε προσπάθεια που κάνετε να κρυφτείτε.
Εκεί όμως που η δημαγωγική τους πρόθεση ξεπερνάει κάθε όριο είναι στην αστόχαστη εκμετάλλευση αφορισμού του Καζαντζάκη, που ούτε κάτι σχετικό με αυτό που θέλουν να πούνε λέει ούτε οι ίδιοι πιστεύουν στην αλήθεια του. Επειδή όμως θέλουνε μέσω και της αστραφτερής αλήθειας του αφορισμού αυτού αλλά και του ονόματος του Καζαντζάκη να δημαγωγήσουνε οδηγούνται στην απερίσκεπτη θέση αποκλεισμού της ελπίδας από τη ζωή μας (και από την πολιτική), ώστε να μη φοβόμαστε και χάνουμε τη ελευθερία μας, καθώς θεωρούν την ελπίδα πηγή του φόβου. Ο «επιθανάτιος» όμως αφορισμός του Καζαντζάκη για την περίπτωση της αναφοράς του είναι απόλυτα αληθής, ότι είναι ελεύθερος(Ο Καζαντζάκης), επειδή δεν ελπίζει σε τίποτα(μεταθανάτιο). Εκεί πράγματι συναρτάται η ελευθερία με την ανυπαρξία ελπίδας αλλά και φόβου. Στην πολιτική μας όμως ζωή και στη ζωή μας γενικά είναι δυνατό να πιστεύουμε και να υποστηρίζουμε πως δεν πρέπει να υπάρχει ελπίδα, γιατί αναιρεί τάχα την ελευθερία μας; Όταν διατυπώνουνε τέτοιους ισχυρισμούς, ξέρουνε τι λένε; Δε βλέπουν ότι επικαλούνται κάτι αντίθετο από αυτό που θέλουν να πουν; Καλός ο εντυπωσιασμός και θεμιτός, ας πούμε, αλλά δεν πρέπει να κοιτάζουμε τι λέει αυτό που θα χρησιμοποιήσουμε για εντυπωσιασμό; Αυτοί εξάλλου ούτε που πιστεύουν στο περιεχόμενο αυτού του αφορισμού. Πώς επικαλούνται για εντυπωσιασμό και δημαγωγία κάτι που δεν το πιστεύουν; Γιατί σε αντίθεση με τη γενναιότητα του Καζαντζάκη, οι ίδιοι είναι έντρομοι μπροστά στο θάνατο και τρέχουν ασθμαίνοντας στις εκκλησιές να σταυροκοπηθούν, μήπως και αποσπάσουνε την πολυπόθητη λύπηση από τον Παντοδύναμο και καταφέρουν να σωθούνε. (Αλλά και για να συλλέγουν ψήφους τρέχουνε στις εκκλησιές, μην το ξεχνάμε.) Ο αφορισμός του Καζαντζάκη είναι βόμβα στα θεμέλια της πίστης τους, βόμβα που κάνει σκόνη τη θρησκεία τους. Τι δουλειά έχουν αυτοί τώρα με τέτοια σατανικά πράγματα; Και όμως, επειδή πρέπει οπωσδήποτε να κρυφτούνε, τρέχουν και σε τρύπες που δεν υπάρχουν. Οι παραισθήσεις τους τις κάνουν υπαρκτές και παραισθήσεις έχουμε, όταν υπάρχει λαχτάρα…και να κρυφτούμε.   
Συνεπώς δεν είναι προσωπικότητες του Δήμου μας αυτοί που υπογράφουν το κείμενο, ούτε θέλουν να αυτοανακηρυχθούν σε κάτι τέτοιο. Δεν είναι κοινωνική ομάδα περιφρούρησης της εθνικής ευθύνης. Άτυπο σωματείο είναι πληγέντων από την άνοδο του αποκηρυσσόμενου κόμματος. Κοινοί και ευτελείς προπαγανδιστές προσωπικών τους βλέψεων και ιδιοτελειών. Τι να κάμνανε όμως; Να διαγράφανε τη διάθεση για ζωή; Φύσει αδύνατο. Θέλουνε και αυτοί, όπως και κάθε ζωύφιο, να διασωθούν. Και καταντάνε «κρυμμένα κορμιά». Κρίμα τους, ειλικρινά!

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

ΕΜΠΑΘΕΙΣ ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΕΣ ΣΥΝΔΗΜΟΤΩΝ ΜΑΣ



Ογδόντα εφτά τον αριθμό συνδημότες μας υπογράφουν κείμενο τετρασέλιδο με την παραίνεση «Ακούστε μας».(Εφημερίδα «Απόψη» Θέρμης). Δε μας λένε ως ομάδα ποιοι είναι, τι είναι, πώς συμβρέθηκαν και αποφάσισαν να προβούν σε κοινή παραίνεση. Είναι προσωπικότητες του Δήμου μας ή θέλουν να ανακηρύξουν τον εαυτό τους σε κάτι τέτοιο; Είναι κοινωνική ομάδα περιφρούρησης της εθνικής ευθύνης ή κάποιο σωματείο πληγέντων από την άνοδο του αποκηρυσσόμενου κόμματος; Δεν αναγράφουν τη συλλογική τους επωνυμία, για να ξέρουμε, ενώ από τα ονόματα που υπογράφουν γίνεται φανερό ότι είναι όλοι τους της δημοτικής παράταξης του Δημάρχου Θέρμης, που ανήκει στο Πασόκ. Μαζί τους και ο πρώην βουλευτής του ίδιου κόμματος κ. Γερανίδης, που υπογράφει δεύτερος μετά την πρώτη υπογραφή του Δημάρχου. Γιατί όμως ως πολιτική ομάδα δεν αναγράφουν την επωνυμία τους; Τι τους υπαγορεύει να την αποκρύπτουν; Για να μη φορτώσουν στο κόμμα τους και άλλες αήθειες, που δε σηκώνει, ή για να φαντάζουν ακομμάτιστοι και να έχει κάποια εμβέλεια ο λόγος τους, καθώς θα είναι ακραίος κομματικά, δημαγωγικός πέρα για πέρα και νοηματικά τελείως ασυνάρτητος;
Δεν είναι καθόλου δυσεξήγητο γιατί το κάνουνε, για να κρύβονται. Υπάρχει μεγάλη τέτοια ανάγκη. Και όλοι μαζί συγχρόνως πώς να χωθούνε σε τρύπα να κρυφτούν. Ένας ένας γίνεται. Αλλά γιατί όμως να κρύβονται; Η απάντηση βρίσκεται σ` αυτό που γράφαμε κάποτε γι` αυτούς: «Έχουνε χάρη που ζούμε σε δύσμορφες εποχές και η δική τους ομοιότητα με αυτές τους ανακηρύσσει επικεφαλής και ρυθμιστές των τυχών μας. Όμως αργά ή γρήγορα οι καιροί αλλάζουν και γίνονται έμορφοι. Τότε θα δούμε πού θα βρούνε τρύπα να κρυφτούνε, για να αποκρύψουνε τη «δυσμορφία» τους που δεν εξαφανίζεται με τίποτα»(Ανάρτηση 28.02.14). Η προσπάθειά τους λοιπόν να κρύψουνε τη «δυσμορφία» τους αποτελεί επιβεβαίωση της ύπαρξής της αλλά και ομολογία της.
Η παρέμβασή τους πάντως ως δημοτικής παράταξης, χωρίς την επωνυμία της έστω, δεν είναι κάτι συνηθισμένο για τα πολιτικά μας χρονικά. Και στα πιο δύσκολα χρόνια της Δεξιάς δε γινότανε αυτό, δημοτική παράταξη να υποδεικνύει στους δημότες ποιο κόμμα να ψηφίσουνε σε εθνικές εκλογές. Πρόεδροι, Δήμαρχοι ή άλλοι αξιωματούχοι το κάμνανε και η Εκκλησία προπάντων. Όχι όμως δημοτική παράταξη.
Επειδή λοιπόν ως πολιτική οντότητα δεν έχουνε πρόσωπο καθαρό και πρέπει να το κρύβουνε, δεν μπορούν να μας πουν ποιοι είναι και πόσο καλοί είναι και μας λένε μόνο ποιον να καταψηφίσουμε. Κι ενώ ο καθένας μας στο δημοκρατικό πολίτευμα που ζούμε έχει το δικαίωμα να ανήκει σε κάποιο κόμμα και να το υπερασπίζεται, προβάλλοντας τα θετικά του αλλά και τα αρνητικά των άλλων κομμάτων, παρόλα αυτά δεν το κάνουνε. Υποδεικνύουν απλώς ποιο κόμμα δεν πρέπει να ψηφίσουμε, δηλώνοντας την άρνησή τους σε κάτι, όχι την κατάφασή τους. Δεν προτείνουν θέση παρά άρνηση. Και πού να βρούνε τη θέση. Κονιορτό της Ιστορίας τους κατέστησαν οι καιροί για τα ανομήματά τους. Να προτείνουνε την ανασύσταση κόκκων σε θρύψαλα; Και αυτό κάποια στιγμή το κάνουνε, αλλά χαμένος κόπος. Το ξέρουνε. Τους μένει λοιπόν η θέση της άρνησης σ` αυτό που οι καιροί το φέρανε να τους συντρίψει. Τους διακατέχει η απέχθειά τους προς αυτό και η εμπάθεια να το πολεμήσουν. Γι` αυτό και δεν υπάρχει θέση, για να συντελείται αντιπαράθεση και να λειτουργεί ο διάλογος και η δημοκρατία. Αλλά θα πρέπει να λαμβάνουν καλά υπόψη τους αυτό που με βεβαιότητα γνωρίζουν, πως κάθε αρνητική πρόταση, όπως και η αρνητική διαφήμιση, δε θεωρείται καθαρά δημοκρατική πράξη. Κρίνεται αντιδημοκρατική. Συγκαταλέγεται μόνο σε ανεκδοτολογικές συμπεριφορές, ωσάν εκείνη του γείτονα, που σε αντίθεση με τους άλλους δύο που ζητούσανε προηγουμένως από το θεό κάτι θετικό, αυτός ζητούσε να «ψοφήσει» ο γάιδαρος του γείτονά του.
«Και το ανθρώπινο υλικό του τι θ` απογίνει;», ρωτούσαμε πάλι γι` αυτούς τότε. «Εκείνο(το Πασόκ) πνέμα ήτανε και ως πνέμα εξέπνευσε κι έφυγε από τον κόσμο, εχάθει. Οι άνθρωποί του όμως, ηγέτες, στελέχη, οπαδοί, ψηφοφόροι, ων ουκ εστιν αριθμός, που έχουνε σάρκινη ύπαρξη και δεν εξαϋλώνεται, ώστε να μην είναι ορατή, πού θα πάνε να κρυφτούνε, για να μη φαίνονται και τους φτύνουνε οι καιροί, πώς θα καταστήσουνε τον εαυτό τους αόρατο, πέστε μου;». Αναρωτιόμασταν.
Και βρήκανε τον τρόπο. Ανώνυμοι ως ομάδα και μετέωροι, αφού το κόμμα τους «εξέπνευσε», «αιωρούνται σαν εναπομείναντα σωματίδια στο πολιτικό μας στερέωμα και, βγαίνοντας στην προεκλογική γύρα» των εθνικών εκλογών τώρα, μας υποδεικνύουνε ποιους να καταψηφίσουμε. Τους πληροφορούμε ότι δε χρειαζότανε και μια νέα προσθήκη αήθειας, για να οδεύσουμε πιο αποφασισμένοι στη δική τους πρώτα απ` όλα καταψήφιση.
  
ΥΓ. Για τη "σύσταση" του κειμένου που υπογράφουν θα μιλήσουμε μετά τις εκλογές, για να μπορέσουν ανεπηρέαστοι να ψηφίσουν με αίσθημα εθνικής ευθύνης. Μια που λείπει από μας, ας αποτυπωθεί τουλάχιστον από εκείνους εκλογικά

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

ΟΙ ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΙ



(Κάτι σαν συνέχεια)

Ας γίνεται η αμφισβήτησή τους, οι δύο κόσμοι υπάρχουνε και, επειδή ακριβώς υπάρχουνε, καταβάλλονται προσπάθειες εξαφάνισης των διαφορών τους, ώστε να εκλείψει η εικόνα του ενός και να παραμένει ορατά υπαρκτός μόνο ο άλλος κόσμος, αυτός που διαμορφώνεται, συγκροτείται και «εγκαθίσταται» από την κυρίαρχη τάξη. Ο δεύτερος όμως κόσμος, ο αντίπολικός του πρώτου και αντίπαλός του συνάμα, υπάρχει εξίσου και είναι ο κόσμος που πλάθεται με τα όνειρα λύτρωσης των καταπιεσμένων και δυστυχισμένων του πρώτου κόσμου, η σωτήρια αγκαλιά τους.
Υπήρχανε ανέκαθεν αυτοί οι δύο κόσμοι, γιατί ανέκαθεν στην ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών όσοι είχανε δύναμη, ένας ή και περισσότεροι, την επιβάλλανε στην κοινωνία τους και την καθυποτάσσανε, για να καρπώνονται τα οφέλη της καθυπόταξής της*. Ανέκαθεν επίσης τα καθυποταγμένα μέλη της κοινωνίας, που ήτανε σύνολη σχεδόν η κοινωνία ή η μεγάλη της πλειοψηφία,  εκδηλώνανε λυτρωτικές διαθέσεις με διάφορους τρόπους, με το τραγούδι τους, με τους αλληγορικούς μύθους, με ανυπακοές ή και με βίαιες αντιδράσεις ακόμα και με επαναστάσεις. Η πορεία της ανθρώπινης ιστορίας δεν είναι τίποτα άλλο από την αμφίπλευρη πάλη ποιος από τους δύο κόσμους θα είναι επικρατέστερος. Συχνότερα αναδεικνύεται ο κόσμος των ισχυρών, που είναι από τη μια λίγοι και ως εκ τούτου είναι ευχερέστατη η σύμπραξή τους, και από την άλλη έχουνε πάντα όλη την πολιτισμική δύναμη στα χέρια τους μαζί και την οπλική. Ο άλλος κόσμος μπορεί να εκφράζει το μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας, αλλά δεν το περιέχει παρά μόνο δυνητικά. Και απαιτείται, για να γίνει η δυνητική ένταξη και πραγματική, συσπείρωση, πράγμα δυσχερέστατο ανέκαθεν. Γιατί κάθε συσπείρωση, όχι γύρω από τον πόλο της εξουσίας, που δεν είχε ποτέ ιδιαίτερες δυσκολίες, αλλά γύρω από έναν αντίπαλο ιδεολογικό και κοινωνικό πόλο προϋποθέτει πρακτική δυνατότητα επικοινωνίας κατ` αρχήν, κάτι ανέφικτο σχεδόν σε προηγούμενους καιρούς, ευρεία ανταλλαγή και σύγκλιση απόψεων επιπλέον, αλλά και συνταύτιση, όπως και όραμα κοινό, που θα ενώνει τα πλήθη και θα τους εμπνέει αγωνιστική διάθεση. Προϋποθέτει την κοινή πίστη σε κοινή ιδεολογία και προοπτική. Εξαιτίας όμως της δυσχέρειας αυτής  ο δεύτερος κόσμος υστερεί σε δυνατότητα συγκρότησης και «εγκατάστασης». Η εφαρμογή του προσκρούει επί πλέον σε παγιωμένα ισχυρά συμφέροντα και τελεσφορεί μόνο όταν αυτά καμφθούν. Γι` αυτό απαιτείται η μαζική συμμετοχή, το αγωνιστικό σφρίγος και η διάθεση για θυσίες.
Ο πρώτος κόσμος λοιπόν, που δεν έχει πρόβλημα κατασκευής και εγκατάστασης, είναι αυτός των ισχυρών, ο κόσμος της ζούγκλας, το αντίγραφο της κοινωνίας των ζώων, που έχει ως κύρια «αξιακή» κατεύθυνση την υπερίσχυση δια του ανταγωνισμού. Και, όταν αυτή δεν επιτυγχάνεται χωρίς την ένοπλη βία, γίνεται τότε καταφυγή στη χρήση της, επιδιώκεται η επίτευξή της με πολέμους. Είναι ο εφιαλτικός κόσμος της δύναμης των λίγων.
Έχοντας πλούσια την εμπειρία του η Ευρώπη, που γαλουχήθηκε και μας γαλούχησε με τα νάματα του δυτικού ανθρωπισμού, του ανθρωπισμού των αρχαίων μας προγόνων, συνενώθηκε, για να κάνει πράξη το όραμα του δεύτερου κόσμου και χάραξε πορεία πραγμάτωσής του. Κατά την πορεία της όμως κατορθώθηκε πάλι η επικράτηση της βούλησης των ισχυρών, όλης της γης τώρα, με απεριόριστες και ακαταμάχητες τις δυνατότητες επιβολής τους, και η βούληση των «δήμων» της Ευρώπης καθυποτάχθηκε στων ισχυρών. Επήλθε η κρίση που τη χώρα μας τουλάχιστον την έπληξε σχεδόν θανάσιμα, γιατί και ως χώρα εκπροσωπούμε το αδύνατο μέρος.
Ακολούθησαν, όπως ήτανε φυσικό, αντιδράσεις. Πρώτη και μαζικότερη ήταν εκείνη που η σημασία της ακυρώθηκε με τρόπο τρομακτικά ανέντιμο και τραγικό, με την επί τούτου τέλεση τριών φόνων. Γίνεται λόγος για «προβοκάτσια», γιατί δύο γεγονότα μου εμφυτεύουν αξερίζωτη την ιδέα αυτή στο μυαλό μου: Η λειτουργία της συγκεκριμένης τράπεζας τις ώρες εκείνες και την ημέρα εκείνη, αλλά και η επιτυχία που είχε η πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού. Έκτοτε αντιδράσεις μαζικές δεν υπήρξαν, αναιμικές μόνο και σποραδικές, που περισσότερο ενθαρρύνανε με την αναιμικότητά τους τις μνημονιακές κυβερνήσεις παρά τις απειλούσαν. Ο πολιτικός χώρος που θα μπορούσε να τις εκφράσει εξάλλου ήτανε κατακερματισμένος. Ούτε η φούσκα των αγανακτισμένων, που με έξυπνο φύσημα των Ισπανών φούσκωσε, μπορεί να θεωρηθεί αντίδραση άξια λόγου, σε σημασία βέβαια, όχι σε μαζικότητα. Εξαιτίας της έλλειψης ιδεολογικής συνοχής και κοινής ελπίδας ακολουθήθηκε σε πολλές περιπτώσεις και ο τραγικός δρόμος της προσωπικής αυτοκαταστροφής. Παράλληλα όμως και σε ευρωπαϊκές χώρες που χτυπήθηκαν καίρια από την κρίσι εκδηλώθηκαν παρόμοιες αντιδράσεις με το λαό της Ισπανίας σε ρόλο πρωταγωνιστή, και αρχίζει πλέον σε πανευρωπαϊκό επίπεδο να μορφοποιείται ένα όραμα επαναφοράς του ανθρωπισμού στη γηραιά Ήπειρο και να σφυρηλατείται ταυτόχρονα πανευρωπαϊκό μέτωπο κατά της επιβολής των ισχυρών στους λαούς της Ευρώπης.
Στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή οι συλλογικές αντιδράσεις στη χώρα μας αλλά και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο βρήκανε την πιο συμπυκνωμένη πολιτική τους έκφραση στον «αριστερό», σε εισαγωγικά αν θέλετε,  κομματικό σχηματισμό του Σύριζα, που παρουσιάζεται υπερασπιστής του αιτήματος αυτού και διαλαλητής του. Δεν είναι όμως πρωταρχικής σημασίας ποιος το υπερασπίζεται και πόσο θέλει πράγματι την υλοποίησή του ή κατά πόσο θα μπορέσει να τη φέρει σε πέρας, όπως και το θέμα του χρόνου, αν τώρα ή μετά.. Την πανευρωπαϊκή συστράτευση την κάνουνε οι καιροί, όχι ο Σύριζα. Είναι αίτημα και κάλεσμα της Ιστορίας. Πρωταρχικής επομένως σημασίας είναι ότι ο δεύτερος κόσμος, που είναι ο δικός μας κόσμος, έχει σαρκωθεί και η εγκατάστασή του προβάλλει ως αίτημα πια δικό της. Αν θα επιτευχθεί ή όχι δεν εξαρτάται από τη διάθεση ή τη δυνατότητα προσώπων και κομμάτων. Τα πρόσωπα και τα κόμματα έρχονται και παρέρχονται, εμφανίζονται στον ορίζοντα της υλοποίησης και μετά μπορεί να εξαφανιστούν. Η πραγμάτωσή του εξαρτάται από εμάς τους πολλούς, από τα πλήθη των μαζών, που είμαστε πάντα οι κύριοι συντελεστές των πραγματώσεών του, από τη στάση τη δική μας. Αν εμείς οι πολλοί δεν είμαστε προσηλωμένοι, δεν αγωνιστούμε αταλάντευτοι για την επίτευξή του, ο στόχος εκπίπτει, γίνεται ματαιωμένος κουρνιαχτός της Ιστορίας. Αυθυπόστατος, ακέραιος και ζωντανός μένει μόνο όταν εμείς είμαστε καθηλωμένοι σ` αυτόν, αν τον ατενίζουμε με μάτια ορθάνοιχτα και αν προσμένουμε, παρόντες και άγρυπνοι πάντα, να ηχήσουν οι σάλπιγγες της εφόδου, αν «κατακλειδικά» είμαστε διαχρονικά στη θέση μας, στη φύλαξη των αιώνιων Θερμοπυλών μας.  
Δεν έχει σημασία πάλι αν ο πόθος μας εκπληρωθεί σήμερα ή αύριο ή μεθαύριο, και το μεθαύριο μπορεί να είναι και δεκαετία μετά ή και εκατονταετία, σημασία έχει ότι υπηρετούμε το όραμα μας πιστά και επίμονα. Οι κρίσιμες ιστορικές διεργασίες και μεγάλες πολιτικές αλλαγές θέλουνε πολύ χρόνο, για να συντελεστούν, επέρχονται σε μακροδιαστήματα της Ιστορίας με συνεχή και ισχυρή μαζική πίεση, όχι αυτόματα και δια μιας.
Το βάρος φυσικά για την εγκατάσταση του δεύτερου κόσμου, του δικού μας κόσμου πέφτει στην Αριστερά. Είναι δικό της πλάσμα πάντα. Η δικιά της ιδεολογία εμπεριέχει ως πρώτη αξία την ισότητα των ανθρώπων. Αυτήν προβάλλει και ως πρώτο της αίτημα και την έχει έμβλημά της. Αν οι αριστεροί δεν αγωνιστούμε να γίνει ο κόσμος όλος ένα και να φέρουμε την ισότητα στη ζωή των ανθρώπων, ποιος θα περιμένουμε να μας τη φέρει; Οι χριστιανοί; Έχουν τα δικά τους μελήματα οι άνθρωποι, πώς να σώσουν την ψυχή τους. Δεν είναι μαζί μας.
Ψυχανεμίζομαι πάντως σ` αυτή την προεκλογική στιγμή ότι μάλλον βρισκόμαστε μπροστά στην αρχή πανευρωπαϊκής πολιτικής κοσμογονίας. Η αγρανάπαυση της Ιστορίας έχει μάλλον τελειώσει.

Η προδοσία*
Στα χρόνια τα πολύ παλιά ο πρώτος πρόγονός μας
Επήρε την απόφαση να ζει μαζί με άλλους
Για να τους έχει συντροφιά σαν πάει στο κυνήγι
Μονάχος να μη μάχεται με τ` άγρια θηρία
Και να `χει φίλους κι αδερφούς σαν τρώει και σαν πίνει

Δεν άργησε όμως ο καιρός να γίνει εχθρός του ο φίλος
Τη δύναμή του κι ο αδερφός να την υψώνει σκήπτρο
Να έχει εκείνος τα πολλά, οι υπόλοιποι τα λίγα
Κι έγινε αφέντης στη φυλή, κάθε λαλιά της πνίγει
Κι είν` από τότε καθεστώς τα άνισα μερίδια

Έπειτα μύθους έπλασε να πάρει η βία σέβας
Θέλημα είναι του Θεού να `χει αυτός το σκήπτρο
Που `χει τη φύση ξέχωρη, γαλάζιο αίμα φέρει
Κι η κόρη του τι όμορφη! Σαν να `ναι παραμύθι
Πριγκίπισσα την είπανε, πριγκίπισσα τη λέμε.

*Τραγούδι που έγραψα για ομώνυμο πίνακα του ζωγράφου Γιώργου Ιωαννίδη. Επίκειται έκθεση των έργων του και συναυλία συγχρόνως με δικά μου τραγούδια, αντίστοιχο το καθένα σε πίνακά του. 

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Σχολιασμός άρθρου του κ. Γιανναρά



Ισοπεδώσεις ανεπαίσθητα αθέμιτες

Ο κ. Γιανναράς σε άρθρο του στην «Καθημερινή»(11.1.15) αξιολογεί τους προέδρους των δύο κομμάτων που διεκδικούν τη διακυβέρνηση της χώρας, θεωρώντας και τους δύο ανίκανους να διαχειριστούν τις τύχες της. Δε με ενδιαφέρει τόσο η συμπερασματική κατάληξη του αρθρογράφου, όσο ο συλλογιστικός τρόπος που οδηγεί εκεί.
Πολύ καλά κάνει και πολιτικολογεί ο κ. Γιανναράς όχι μόνο σ` αυτό το άρθρο αλλά και γενικότερα. Η πολιτικολογία δεν πρέπει να θεωρείται ποτέ κάτι κακό, αντίθετα θετική συμβολή πάντα στην επίλυση των κοινών προβλημάτων. Ούτε είναι κάτι κακό που στέκει ο αρθρογράφος πολύ κριτικά έως και μηδενιστικά απέναντι στις ικανότητες των δύο προέδρων και στη δυνατότητά τους ν` ανταποκριθούν στο ρόλο που θέλουνε να αναλάβουν. Αν αυτό είναι η πραγματικότητα, γιατί να μην το κάνει. Το γεγονός επίσης ότι απέναντι και στους δύο τηρεί την ίδια στάση, εξίσου τους θεωρεί ανίκανους, προσδίδει στο κείμενό του φαινομενικά τουλάχιστον μια αμεροληψία, το κάνει να φαντάζει υπερκομματικό. Έχει εντωμεταξύ ο λόγος του και την απαιτούμενη ευπρέπεια, ώστε να θεωρεί ο αναγνώστης πραγματικές τις αρετές του κειμένου που επισημαίνουμε. Είναι όμως έτσι;
Θα μας βοηθούσε βέβαια ο συντάκτης του άρθρου να σταθούμε καλά στην κριτική μας απέναντί του, αν διαφαινόταν στην όλη πορεία της σκέψης του μια ενιαία ραχοκοκαλιά – παίρνω σκόπιμα αυτή τη λέξη που φαίνεται να τη συμπαθεί – εκπορευμένη από αντίστοιχη ιδεολογική στάση. Η ανυπαρξία της μας δυσκολεύει. Δεν είναι καθόλου εύκολη η διαλογική αντιμετώπιση ενός ελεύθερου σκοπευτή, που τη μια βάλλει από τον ένα λόφο και την άλλη από τον άλλο. Αρνητικά σε μια κοινωνία μπορεί, «μετακινούμενος», να εντοπίσει κανείς άπειρα και να σφυροκοπά. Είναι όμως άλλη διαδικασία, πολυσύνθετη και κοπιώδης, η ένταξη όλων αυτών των αρνητικών στην προοπτική αντιμετώπισής τους από μια ενιαία ιδεολογία.
Μεγαλύτερη ωστόσο εντύπωση κάνει η θεμελίωση της σκέψης σε επουσιώδη ζητήματα, όχι σε πρωτεύοντα. Και είναι αρκετά επουσιώδες ζήτημα, όταν, προβαίνοντας κάποιος  σε πολιτικές αξιολογήσεις ενός κόμματος,  παίρνει ως βάση το πρόσωπο του προέδρου και μόνο. Παρόλο που στην περίπτωση ετούτη ευνοείται ο πρόεδρος του Σύριζα, καθώς πλεονεκτεί συγκριτικά έναντι του αντιπάλου του, σύμφωνα με όσα επισημαίνονται και στο κείμενο. Αλλά στο πολίτευμα της δημοκρατίας βαρύνουσα θέση έχει ο δήμος και όχι το πρόσωπο του πρώτου της Βουλής και το πολίτευμα αυτό επινοήθηκε, για να έχει το σύνολο τις τύχες της κοινωνίας στα χέρια του, όχι ο μεσσίας. Και στα δημοκρατικά κατ` επέκταση κόμματα η βάση τους, σε καταστατική σύμπραξη με τα όργανά τους, περιλαμβάνεται εδώ και ο πρόεδρος, είναι αυτά που καθορίζουν την ιδεολογία και την εν γένει πορεία του κόμματος. Το κόμμα δεν είναι ο αρχηγός, αλλά τα μέλη του, η οργανωτική του οντότητα, η ιδεολογία αυτού του κόμματος, οι θέσεις του και τα προγράμματά του. Ο αρχηγός αποτελεί απλή έκφρασή τους. Συγγνώμη για τις κοινοτοπίες. Όμως έτσι είναι και πάνω σ` αυτά θα πρέπει να βασίζεται κάθε αξιολόγηση και κάθε κριτική που γίνεται σ` ένα κόμμα. Ως προς αυτή τη βάση τα δύο κόμματα δεν έχουν τίποτα το κοινό μεταξύ τους, παρά μόνο ότι είναι πολιτικά κόμματα και διεκδικούν την εξουσία, για να εφαρμόσει το καθένα το δικό του ιδεολογικό και πολιτικό πρόγραμμα. Κάθε άλλη προσωποκεντρικού χαρακτήρα εκτίμηση δεν είναι πολιτική ή δημοκρατικά πολιτική. Παραπέμπει στο πάγιο αντιδημοκρατικό ερώτημα όλων των δημοσκοπήσεων «Ποιον θεωρείτε καταλληλότερο ως Πρωθυπουργό;». Κι ενώ λοιπόν δεν υπάρχει τίποτα κοινό ανάμεσα στα δύο αυτά κόμματα ως προς τις λύσεις που προτείνουν για τα κοινά μας προβλήματα, αν θέλει κανείς την εξομοίωσή τους, για να αχθεί στο μηδενισμό και των δύο, εξομοιώνει τους αρχηγούς και η εξομοίωση έχει επιτευχθεί.
Όμως αυτή η εξομοίωση παίρνει ακόμα πιο αυθαίρετες διαστάσεις, όταν επεκτείνεται και στον καταμερισμό ίδιων ευθυνών. Είναι άλλος ο βαθμός ευθύνης του κόμματος που νομοθετεί και δημιουργεί έννομες αρνητικές καταστάσεις σε μια κοινωνία και άλλος του κόμματος που δεν μπόρεσε με την καταψήφισή τους να εμποδίσει τις νομοθετήσεις. Ξέρω ότι λέω κοινοτοπίες πάλι, αλλά έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη από το συντάκτη του άρθρου. Όπως δεν είναι καθόλου ίδια η διαπλοκή και η ευθύνη μεταξύ ενός κόμματος, που έχει αναγορεύσει θεσμοθετώντας τα ΜΜΕ σε όργανα κυβερνητικής προπαγάνδας, για να προσπορίζεται κατ` αποκλειστικότητα πολιτικά οφέλη, και ενός κόμματος που δεν έχει καμιά ευθύνη για τέτοιου είδους θεσπίσεις, γιατί εναντιώθηκε σ` αυτές και επιπρόσθετα στο προεκλογικό του πρόγραμμα εξαγγέλλει την αποκατάσταση του δημοκρατικού τους ρόλου.  
Δε θα κάνω συγκεκριμένες αναφορές σε σημεία του κειμένου που «βγάζουν μάτι», παρά μόνο σε ένα, εκεί όπου γίνεται λόγος για αξιοκρατία, για να φανεί η χασματική διαφορά ανάμεσα στην ιδεολογική οπτική του κ. Γιανναρά και στη δική μου τουλάχιστον, που θέλω να πιστεύω ότι εκφράζει και τον ανθρωπισμό της αριστερής ιδεολογίας. Διατείνεται λοιπόν ο κ. Γιανναράς πως δεν υπάρχει αξιοκρατία στη χώρα μας και εξαιτίας της απουσίας της δεν υπάρχει ήθος κλπ. Προσωπικά έχω αντίθετη άποψη, αξιοκρατία πιστεύω ότι υπάρχει και στη δική μας κοινωνία αλλά και παγκόσμια. Η Αμερική ηγείται του κόσμου όλου αξιοκρατικά, αλλά και οι δικοί μας πολιτικοί που μας εκπροσωπούν στο Κοινοβούλιο, προσωπικά πιστεύω πάλι, είναι αρκετά άξιοι, αν όχι οι αξιότεροι. Αξιοκρατία έχουμε, η ισότητα μας λείπει και η ανθρωπιά. Κι ενώ στο κείμενο αφήνεται να νοηθεί θετική συσχέτιση, όμως η αξιοκρατία δεν έχει  - και γιατί να έχει; - θετική σχέση με τον ανθρωπισμό και την «ηθοκρατία». Αντίθετα με τα αντίθετά τους έχει, με τη βαρβαρότητα και τη διαφθορά. Γιατί είναι πάρα πολύ φυσικό: Κάποιος που αναγνωρίζεται από μια κοινωνία ως ικανότερος απαιτεί και επιβάλλει, δικαιωματικά πιστεύει, καλύτερη μεταχείρισή του από τη μεριά της, περισσότερη αμοιβή για το ιδιαίτερο έργο που προσφέρει σαν ικανός που είναι και, αν δεν του δοθεί, θα βρει χίλιους δυο τρόπους, εξωηθικούς, εξωανθρωπιστικούς, έκνομους για να εξασφαλίσει την αντάξιά του αμοιβή.  Πέραν αυτού η αξιοκρατία αντιβαίνει πάντα προς την ισότητα, την οποία εκτοπίζει από τη ζωή μας. Προσωπικά περίμενα από ένα λόγιο εκπρόσωπο της χριστιανικής ιδεολογίας να διατηρεί κάποια σύνδεση με το ανθρωπιστικό αίτημα της ισότητας και να το προτάσσει.
Το κείμενο λοιπόν του κ. Γιανναρά φαίνεται σε πρώτη ματιά ασύνειδα απολίτικο. Δεν είναι ασύνειδα, αλλά συνειδητά και αναπότρεπτα απολίτικο, γιατί δεν ήτανε διαφορετικά δυνατή η υποβολή της δικής του ιδεολογίας, που δεν τολμά να την εκθέσει, γιατί τον εκθέτει, και η διάσωσή της που έπρεπε πάση θυσία να διενεργηθεί. Η εξομοίωσή της όμως με την αντίπαλη ιδεολογία και η μηδένιση της ηθικότητας κι εκεινής ήτανε ένας διασωστικός τρόπος. Το τίμημα βέβαια ή η θυσία η κάποια στρέβλωση της λογικής υποχρεωτικά. Και προσωπικά, για να τελειώνω, βρίσκω πολύ πιο υπεύθυνα τα κείμενα των πολιτικών κομμάτων κάθε πλευράς από τούτο εδώ, που στην προσπάθειά του να αποκρύψει αυτό που θέλει να πει παρακάμπτει κανόνες λογικής συναγωγής συμπερασμάτων.

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

ΟΙ «ΚΑΗΜΕΝΟΙ»

Τους παίρνουμε για καημένους, αλλά είναι;

Ακούγοντας η γυναίκα μου στο ραδιόφωνο να στέλνει επιστολή ο Βενιζέλος στο συγκυβερνήτη του και να διαμαρτύρεται για την «υφαρπαγή» δικιάς του υποψήφιας, χαρακτηρίζοντας ταυτόχρονα την πράξη και των δύο, «αυτή τη φορά», μου λέει, «του δίνω δίκαιο». Τον λυπήθηκε φαίνεται και του απόδωσε δίκαιο. Είναι όμως για λύπηση η περίπτωσή του;
Γιατί τότε τόσον καιρό που είχε τον ίδιο δικό του ο Σαμαράς δε διαμαρτυρήθηκε για τη δική του «ιδιοποίηση»; Εκείνος πώς μπορούσε να είναι ένα με το κόμμα του Σαμαρά και μια υποψήφια του δικού του κόμματος να μην μπορεί να είναι; Από τη στιγμή που πρώτος εκείνος καταπάτησε τα ιδεολογικά σύνορα, γιατί να μην επιτρέπεται, ακολουθώντας το παράδειγμά του, να τα καταπατήσει και κάποιος άλλος; Μα εδώ έγινε από ιδιοτέλεια, θα πει ο διαμαρτυρόμενος. Ο ίδιος όμως συνέπραξε με τη Δεξιά από ιδεολογία; Για να έχει τα αξιώματα που έχει έγινε ένα μαζί της. Υπάρχει σε κάποιο σημείο της πολιτικής του ζωής ενέργεια που να υπαγορεύεται από ιδεολογικό κίνητρο; Σε κάθε στιγμή που μιλάει αυτοαναιρέσεις κάνει. Αν βέβαια βλέπει κανείς πίσω από τις λέξεις του και όχι τις λέξεις. Και ο ίδιος  βλέπει ότι τα λεγόμενά του είναι μόνο λέξεις, αλλά και τι να κάνει; Να δείξει ότι το ξέρει, ν` αφήσει λεκτικά ακάλυπτο τον εαυτό του και να φανεί ότι ομολογεί τον ιδιοτελή χαρακτήρα των ενεργειών του; Ποιος το κάνει αυτό; Πάντως ποτέ ένας ιδιοτελής. Η σκοπιμότητα κάλυψης των ιδιοτελών του βλέψεων υπαγορεύει πάντα την εκφορά του λόγου του. Και επειδή η ιδιοτελής βλέψη έχει πάντα κλωθογυρίσματα, τότε αυτός που την πηγαινοφέρνει ενσαρκώνοντάς την δεν μπορεί να επιχειρηματολογήσει. Δικαιολογεί απλώς τα κλωθογυρίσματά του βάζοντας λέξεις σε σειρά και δημιουργώντας φυσικά κενό σκέψης. Το παρατηρήσαμε όμως και άλλη φορά: Ο κ. Βενιζέλος θαρρεί πως με την ευγλωττία του μπορεί να κρύβει το κενό σκέψης που έχει ο λόγος του, γι` αυτό δε σταματά τη λογοκοπία. Είναι σε κουφότητα ο πιο ευφραδής πολιτικός που πέρασε ποτέ από το ελληνικό Κοινοβούλιο.
Αλλ` όμως τους δικούς του όρους πολιτικής συμπεριφοράς εφάρμοσε και η «κατοχυρωμένη» υποψήφιά του και πήγε με τη Νέα Δημοκρατία. Συνεπώς, όταν κανείς καταντάει μόνος του τον εαυτό του έτσι, δεν είναι για λύπηση, δεν είναι καημένος. Αν ο Τσίπρας «εκτσογλανίζει» την ελληνική κοινωνία, όπως ισχυρίζεται ο κ. Βενιζέλος, ο ίδιος την «εξηλιθιώνει» και την εμπαίζει. Ας ελπίσουμε όχι για πολύ.
Ο Γιωργάκης! Άλλο «καημένο» κι αυτό! Εντύπωση μου κάνει που όλοι ρωτάνε «γιατί έφτιαξε κόμμα;», που ψάχνουνε να βρούνε λογική εξήγηση σε ενέργεια που δεν έχει και, ενώ το βλέπουνε, ρωτάνε. Κάνουν το λάθος φαίνεται να παίρνουν ως παραδοχή ότι στο υποκείμενο αυτής της ενέργειας ενυπάρχει λογική. Πού το είδανε όμως αυτό; Όλες οι πολιτικές του ενέργειες δείχνουν πως λογική δεν ενοικεί μέσα του. Το υποκοριστικό Γιωργάκης, που επικράτησε καθολικά, αντικαθιστώντας το κανονικό όνομα, δεν επικράτησε άδικα. Δε χρειαζότανε εξάλλου λογική το υποκείμενο αυτών των ενεργειών. Αρκούσε που ήτανε γόνος «μεγάλου» πολιτικού ηγέτη.  
Όμως ένας κόκκος σκέψης υπάρχει εδώ κάπου. Να μην τον αδικούμε. Και αυτός έγκειται στη διάθεσή του να εκμεταλλευθεί πολιτικά τη γονιδιακή του συγγένεια με τον πατέρα του, εκμετάλλευση που έφερε πολύ «πολιτικό ψωμί» στον ίδιο και στους συνεργούς του, αλλά και σε μας καταστροφή. Είναι όμως άλλο πράμα η πιθανή γονιδιακή κληροδότηση και άλλο η πολιτική εκμετάλλευση της ύπαρξής της. Και το γεγονός ότι εδώ, ενώ δεν υπάρχει, της έγινε αχρεία εκμετάλλευση τον κάνει να μην είναι ούτε αυτός καημένος, που δεν μπαίνει στη Βουλή.
Πάντως εμείς αναρωτιόμαστε από ακαδημαϊκό και ιστορικό ενδιαφέρον: Πού βρίσκεται τώρα το Πασόκ; Στο γόνο ή στον κλώνο;
Ερχόμαστε στον τρίτο, άλλοτε ποτέ σύντροφό μας, στο Φώτη τον «καημένο». Πώς ξεπουπουλιάστηκε έτσι το «κόμμα» του; Δεν είναι κρίμα; Και αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ! Τι αχαριστία, τι μνησικακία και τι κακεντρέχεια είναι αυτή; Να μην τον πάρει στον κόρφο του, να του αναθερμάνει την αριστερή του ιδεολογία και να του αναζωπυρώσει τη θέρμη να την υποστηρίζει;  Ευτυχώς που υπάρχει η Δεξιά και τύλιξε με τη λύπησή της το ξεπουπουλιασμένο «κόμμα» του και ζεστάθηκε.
Αγαπητέ παλιέ σύντροφε, η κρίση είναι ηθική, όχι οικονομική, και ηθική κρίση σημαίνει παρέκκλιση από αρχές και αξίες, φυγή από την ιδεολογία μας και ελεύθερες αιωρήσεις προς αριστερά και δεξιά. Επιχειρεί σφοδρή ταξική επίθεση το κεφάλαιο κι ένας αριστερός αντί να εναντιωθεί με όλες του τις δυνάμεις, για να προστατεύσει δικαιώματα  και συμφέροντα των πολλών, συντάσσεται με τους λίγους και καταφέρει μαζί τους κι αυτός χτυπήματα; Αν ήμασταν αριστεροί μια φορά πριν από την κρίση, παλιέ σύντροφε, μετά την έλευσή της έπρεπε να γίνουμε δυο και τρεις φορές αριστεροί. Ακόμα και δεξιοί, βλέπεις, μετά την κρίση γίνανε και έπρεπε να γίνουν αριστεροί.
Συγχώρα με που δε σε θεωρώ καημένο. Άλλη η πολιτική της φιλίας και άλλη η ταξική.
Το άσχημο όμως είναι ότι η καημένη Ιστορία επεμβαίνει πολύ αργά, όταν πια καταστήσει εμάς πρώτα καημένους και μετά ψευτοκαημένους τους υπαίτιους.        

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

Η "απόφραξη" της πολιτικής μας ζωής


Γιατί έγινε και πού οδηγεί;


Ήτανε ποθούμενο και φαίνεται να γίνεται πολιτική πράξη άμεσα. Δυστυχώς δεν προέκυψε από το λαό ούτε από κόμματα που την επιζητούσανε. Η πίεσή τους ήτανε ασθενής και δεν μπορούσε να την προκαλέσει. Πραγματοποιήθηκε από τους ίδιους τους συντελεστές της «φραγής» της πολιτικής μας ζωής. Το ερώτημα είναι γιατί;
Οι εγχώριοι συντελεστές της, που την κρατούσαν με νύχια και με δόντια έως τώρα, ξαφνικά σχεδόν θέσανε σε ενέργεια τη διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, που έτσι κι αλλιώς ενεργοποίησή της θα γινότανε στους τρεις επόμενους μήνες, μήπως και μπορέσουν αυτή τη στιγμή από την παρούσα Βουλή να συγκεντρώσουν τον απαιτούμενο αριθμό ψήφων και να αποφύγουνε τις πρόωρες βουλευτικές εκλογές. Οι «ευρωπαίοι» δανειστές μας δεν τους δίνανε άλλα περιθώρια διακυβέρνησης της Χώρας, χωρίς να πάρουνε και άλλα μέτρα αντιλαϊκά. Εκείνοι μπροστά στον κίνδυνο να χάσουνε την εξουσία, παίρνοντας αυτά τα μέτρα που επανειλημμένα τα αποκηρύσσανε, επισπεύσανε την εκλογή του Προέδρου. Και έπραξαν συνετά, πιστεύω, για το συμφέρον τους. Γιατί καλό είναι να υπηρετείς τα συμφέροντα του κεφαλαίου, ας πούμε, γιατί αυτή είναι και η ιδεολογία τους, από την άλλη όμως πρέπει και οι ίδιοι να προσπορίζονται προσωπικά οφέλη από την υπηρέτησή του. Αν αυτά δεν προκύπτουν, τα ιδεολογικά οφέλη δεν είναι τόσο ισχυρά, ώστε να τους κρατάνε στη θέση της εξουσίας. Και «αποφράξανε» την πολιτική μας ζωή, αποφασίζοντας την πτώση τους.    
Οι ευρωπαίοι όμως πρωταρχικοί συντελεστές αυτής της φραγής γιατί το έκαναν, γιατί αποφασίσανε και αυτοί την «απόφραξη»; Επειδή και αυτοί εκτελούν εντολές. Εκτελεστικά όργανα είναι της θέλησης του κεφαλαίου, το οποίο αποφάσισε έτσι από συνέπεια προς τον εαυτό του. Αυτή είναι η δουλειά του, να απομυζά. Για τον ίδιο λόγο μετέτρεψε – ποιος το πίστευε, όταν φτιαχνόταν η ΕΕ; - την Ευρώπη σε θύλακά του. Επικρίναμε τότε το ΚΚΕ που δε μας άφηνε να ζήσουμε το όνειρό μας. Τώρα δικαιώθηκε. Εμείς διαψευστήκαμε. Για τον ίδιο λόγο προκάλεσε  και τη σημερινή οικονομική κρίση το κεφάλαιο, για να υπάρχει διογκούμενο. Δεν είναι αποκοτιά του. Εφαρμογή της φύσης του είναι.
Τι επίκειται μετά την πολιτική «απόφραξη» στη χώρα μας; Να γίνει Κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ. Αν πράγματι γίνει, τα ενδεχόμενα είναι δύο. Το ένα να επιδιώξει να εφαρμόσει τις εξαγγελίες του, αλλά λόγω των αντιδράσεων των Ευρωπαίων και των μεγάλων συνακόλουθων δυσκολιών, να κάνει πίσω και να συνεχίσει την ίδια περίπου πολιτική των προκατόχων του όσο θα μπορέσει να τη συνεχίσει. Γιατί γρήγορα θα πέσει από τον αυτοεξευτελισμό του, εξευτελίζοντας βέβαια  και την Αριστερά γενικότερα, που εκπροσωπεί ή που λέει ότι την εκπροσωπεί.
Το άλλο ενδεχόμενο είναι να επιμείνει στην εφαρμογή του προγράμματός του και να έρθει σε ρήξη με τους ευρωπαίους εταίρους μας. Τότε οι εταίροι μας, που δεν πρέπει να ξεχνάμε τι εκπροσωπούν, θα υλοποιήσουν τις αντιδράσεις. Σε εθνικό επίπεδο θα υποκινήσουν «φίλους» μας να μας απειλήσουν, πράγμα που με λιγότερη ένταση ήδη το κάνουν οι «φίλοι» μας, και σε οικονομικό επίπεδο να κόψουνε κάθε δεσμό και πρόσοδο. Η Ελλάδα θα πρέπει τότε να κοιτάξει να στηριχθεί στα πόδια της. Η ανασυγκρότηση της παραγωγής σε εθνική βάση, που επαγγέλλεται ο ΣΥΡΙΖΑ, θα πρέπει να ξεκινήσει χωρίς άλλη αναβολή και χωρίς έξωθεν πόρους. Αυτό όμως σημαίνει παράταση της δυστυχίας του λαού, μέχρι ν` αρχίσουν ν` αποδίδουν οι νέες παραγωγικές πολιτικές, και αυτό δε γίνεται αμέσως. Θέλει κάποιο βάθος χρόνου. Αν ο λαός θα ανεχθεί παράταση της δυστυχίας του, εξαρτάται από τα αποθέματα αντοχής που έχει. Αν ήτανε προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο και ψήφιζε το ΣΥΡΙΖΑ από πίστη σε μια τέτοια ιδεολογία, που δεν είναι εθνικιστική, ας έχει εθνική βάση η ανασυγκρότηση της παραγωγής, αλλά ταξική, θα έδειχνε αρκετά ανθεκτικός και θα υπέμενε στηρίζοντας αυτή την πολιτική. Δεν είναι όμως ιδεολογικά ταυτισμένος με το ΣΥΡΙΖΑ ούτε από ενθουσιασμό μαζί του του δίνει τον ψήφο του. Από αντιμνημονιακή διάθεση τον ψηφίζει ή τον έχει ψηφίσει, όπως «υπερψήφισε» και τα δύο δεξιά αντιμνημονιακά κόμματα, τους Ανεξάρτητους Έλληνες και τη Χρυσή Αυγή. Η έλλειψη αυτής της ιδεολογικής ταύτισης ή και ενθουσιασμού μεταξύ λαού και ΣΥΡΙΖΑ προμηνύουν μειωμένη αντοχή του λαού, σε συνδυασμό βέβαια πάντα με την υποδαύλιση παθών του που θα του γίνουνε, για να μην ανεχθεί καθόλου παράταση της δυστυχίας του.
Πάντως ο δρόμος της δυστυχίας είναι απαράκαμπτος είτε με συνθήκες τροϊκανής κατοχής είτε με συνθήκες εφαρμογής εθνικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης. Προτιμότερος είναι βέβαια ο δεύτερος, που έχει μεν και αυτός δυστυχία αλλά δεν έχει και χρέη που δεν μπορούν να ξεπληρωθούν για πολλές δεκαετίες. Είναι και ο δίκαιος δρόμος. Αυτά έπρεπε να είχαν ειπωθεί στο λαό από καιρό, για να εξοπλιστεί με ισχυρά αποθέματα απαιτούμενης αντοχής.

ΥΓ. Χρονιάρες μέρες θα μου πείτε, μιλάτε για δυστυχίες και δη παρατεταμένες; Η κατάσταση όμως αυτή είναι. Δε θέλω να τρέφω αυταπάτες ούτε προπάντων να καλλιεργώ.
Πάντως σας εύχομαι όλους ολόψυχα «Καλές γιορτές και καλή χρονιά» και με πολλές πολλές αντοχές.

*Η λέξη απόφραξη σημαίνει το άνοιγμα, σημαίνει και το αντίθετό του, το κλείσιμο. Δυστυχώς με την πρόθεση από έχουμε αυτό το πρόβλημα, χρησιμοποιείται και για να υποστηρίζει τη σημασία του δεύτερού της συνθετικού και για να την αίρει. Δέχομαι, αποδέχομαι, ρυθμίζω, απορρυθμίζω. Το ίδιο δυστυχώς πάλι συμβαίνει και με τη συνώνυμη, θα `λεγα, νεοελληνική πρόθεση ξε: σηκώνω, ξεσηκώνω, ριζώνω, ξεριζώνω. Αντιφάσεις της γλώσσας μας βλέπετε. 

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Κάτι σαν μονόπρακτο


        Ο χαμένος

- Από πού, ρε φίλε, πάμε δεξιά;
- Από κεντροαριστερά
- Ευθεία δεν πάει;
- Όχι. Κλειστός ο δρόμος από κουφάρια
- Από κεντροαριστερά δεν έχει κουφάρια;
- Έχει, αλλά προσωρινά
- Τι θα πει προσωρινά και απροσωρινά. Έχει ή δεν έχει κουφάρια
- Ναι, έχει, αλλά προσωρινά, σου λέω. Δεν υπήρχε πρόθεση να προκύψουν και προκύψανε τυχαία.
- Ε! Και λοιπόν;
- Τι και λοιπόν; Δεν είναι αυτή η κατεύθυνση της Κεντροαριστεράς. Ήτανε συμπαρασυρμός.
- Μπερδεμένα μας τα λες, φίλε. Δεν είναι, αλλά τελικά είναι…
- Εγώ σου τα λέω μπερδεμένα ή εκείνοι που μας τα λένε έτσι; Και είναι και δεν είναι. Έτσι μας τα λένε, έτσι σου τα λέω. Λένε, ήτανε ολίσθηση. Κι εσύ κάπως έτσι να το φανταστείς σαν ολίσθηση. Με το αζημίωτο φυσικά.
- Άρα μπορεί να είναι αυτή η κατεύθυνση της Κεντροαριστεράς και να έχει και κουφάρια.
- Ναι, αλλά προσωρινά, είπαμε. Ήδη μπορεί να τα έχουνε σηκώσει, για να μην τα βλέπει ο κόσμος και   μετά δεν πάει δεξιά από κεντροαριστερά. Πρέπει πάντως εξάπαντος όλοι οι δρόμοι να οδηγούνε δεξιά. Κάθε άλλη κατάληξη θα πρέπει να λείψει.
- Τι σοφίες είναι αυτές που ακούω σήμερα!
- Ναι, σοφίες. Η πορεία προς τα δεξιά, φίλε μου, είναι η πιο φυσιολογική πορεία του ανθρώπου. Δεν ξέρω αν και των ζώων. Η φυσική επιλογή, ο ανταγωνισμός, ο ρατσισμός, η ανισότητα, η χλιδή σε φόντο πείνας, οι πόλεμοι και η βαρβαρότητά τους, η αποχαύνωση και αποκτήνωση του ανθρώπου, θυτών και θυμάτων, ο ψεκασμός των αδυνάτων με την ελπίδα ότι θα γίνουν δυνατοί, των δυστυχισμένων ότι θα ευτυχήσουν, των πεινασμένων ότι θα πλουτίσουν, κι αν δεν ευοδώσει ο θεός να γίνουν όλα αυτά σε τούτη τη ζωή, θα γίνουνε στην άλλη. ‘Όλα αυτά είναι φυσικοί δρόμοι προς τα δεξιά. Κάθε ακαθοδήγητος και απαίδευτος αυτή την πορεία ακολουθεί, φυσικά και ενστικτώδικα, και όλοι οι άνθρωποι τείνουν από τη φύση τους προς τα κει. Τους σπρώχνει η ίδια η φύση, αλλά και το σαρκίο τους, το πατρονάρει και αυτό. Τους το διδάσκει όμως και η ζωή, το σύστημα, η ιδεολογία της άρχουσας τάξης, και τραβάμε όλοι το δρόμο προς τα δεξιά, αυτόν που λέγαμε.
- Μα αυτός, είπαμε, έχει κουφάρια,.
- Ναι, αλλά των άλλων. Αυτό μας κάνει να πιστεύουμε ο ψεκασμός που λέγαμε. Οι ψεκαστήρες, τα κανάλια εννοώ, μας το λένε συνέχεια «δε θα `μαστε εμείς» και πάμε τυφλά κατά κει.
- Ναι, αλλά είπαμε επίσης πως δεν πάμε δεξιά από κει, επειδή έχει κουφάρια, αλλά από κεντροαριστερά.
- Ναι, έτσι είναι. Σε όσους δεν πιάνει ο ψεκασμός, πώς θα πάνε δεξιά; Μόνο μέσω της Κεντροαριστεράς.
- Άρα, για να τα ξεκαθαρίζουμε: Όσοι ακολουθούν τη φύση τους πάνε ευθεία δεξιά, κι ας έχει κουφάρια. Όσοι όμως δε θέλουνε να πάνε ευθεία δεξιά -  έχουνε τους λόγους τους - αυτοί πάνε δεξιά μέσω της Κεντροαριστεράς.
- Έτσι μπράβο. Τώρα τα έχεις ξεκαθαρισμένα. Βάλ` τα στην άκρη.
- Και δε μου λες;  Τι λόγους μπορεί να έχει κάποιος και δεν πάει ευθεία δεξιά;
- Μπορεί να μην του πάει, φίλε. Να του φαίνεται κάπως γκροτέσκο, ανιμαλικό
- Δηλαδή;
- Πώς να σου το πω! Έτσι…, να…, όχι πολύ ανθρώπινο τέλος πάντων.
- Κατάλαβα. Και πας επομένως δεξιά και από κεντροαριστερά.
- Προπάντων. Επειδή ο δρόμος ευθεία είναι γεμάτος κουφάρια, είπαμε, έπρεπε να φκιαχτούν παρακαμπτήριοι
- Και είναι, μου λες τώρα εσύ, παρακαμπτήριος ο κεντροαριστερός δρόμος.
- Ναι, σοφάκι μου, αυτό σου λέω.
- Τι μου `λαχε σήμερα να ακούω!
- Άκουσέ με, φίλε, ξέρω τι σου λέω. Δρόμος περπατημένος και για δεξιά πορεία σίγουρος είναι ο δρόμος της Κεντροαριστεράς. Τον περπάτησε η Ευρώπη και πήγε ακινδύνευτα δεξιά. Τον περπάτησε και η Ελλάδα και σε πορεία αταλάντευτη πήγε και αυτή δεξιά. Σου είπα όλοι οι δρόμοι οδηγούν εκεί. Και θα σου πω και τούτο: Ο αριστερισμός αποτελεί τη μόνη εγγύηση για δεξιά πορεία. Αποφεύγει ο κόσμος να παίρνει το δεξιό δρόμο. Βλέπει τα κουφάρια και κοντοστέκεται.
- Μα, είπαμε, και της Κεντροαριστεράς έχει κουφάρια.
- Ναι, αλλά συμβαίνει και τούτο. Η Αριστερά εγγυάται ότι θα τα σηκώσει και δε θα ξαναϋπάρξουν. Ο κόσμος τα πιστεύει και πάει κεντροαριστερά και η Κεντροαριστερά μετά τον πάει δεξιά.
- Ναι, αλλά, αφού είναι Κεντροαριστερά, γιατί τον πάει δεξιά;
- Γιατί γι` αυτό φκιάχτηκε, για να πηγαίνει τον κόσμο δεξιά, αφού μέσω δεξιάς ο κόσμος δειλιάζει. Είναι τα κουφάρια. Και ξέρεις, άμα είσαι δεξιός, δεν πολυνοείσαι άνθρωπος, και πολλοί, για να δείχνουν άνθρωποι,  προτιμούν από το δρόμο της Κεντροαριστεράς να πηγαίνουν δεξιά. Ακόμα και από το δρόμο της Αριστεράς, θα σου πω εγώ.
- Και η Αριστερά μετά τον πάει δεξιά; Πώς γίνεται αυτό;
- Φτιασιδωμένη αριστερά είναι, φίλε μου. Δεν είναι η πραγματική.
- Γιατί το λες αυτό;
- Γιατί; Σε όλη την Ευρώπη τα τελευταία χρόνια τέτοια ήταν η Αριστερά, φτιασιδωμένη, και γι` αυτό, μόλις βρέθηκε στην εξουσία σε συνεργασία με το Κέντρο, Σοσιαλδημοκρατία το λέμε, πήγε δεξιά και στήριξε καλά τον καπιταλισμό. Όταν είδε ο καπιταλισμός ότι βαστιέται καλά από την Αριστερά και είναι χωρίς αντίπαλο, αμέσως ανοίγει το στόμα του και μας δείχνει τα δόντια του: Φέρνει την κρίση. Αριστερά εντωμεταξύ δεν υπάρχει, για να του δείξει κι εκείνη δόντια. Όμως ο καπιταλισμός, το ξέρεις αυτό πιστεύω, δε δείχνει μόνο δόντια, αλλά τα βάζει και σε λειτουργία. Λιώνει ανθρώπινες σάρκες και κόκαλα και γεμίζει ο δρόμος από κουφάρια. Μόνο τα δικά μας στη χώρα μας μπορεί να ξεπεράσανε και τις 4.000. Και δεν πάει ο κόσμος κατά κει. Στρέφεται αριστερά. Αλλά όμως, για να μην πάει αριστερά, του στήνουνε την Κεντροαριστερά οδόφραγμα, για να νομίζει πως είναι το ίδιο, ίσως και κάτι καλύτερο – κέντρο έχει μέσα, «παν μέτρον άριστον» είπανε οι πρόγονοι, δικοί μας είναι - και πάει κατά κει. Μετά τον βλέπεις καταλήγει δεξιά. Εφαρμόστηκε, σου είπα, το εγχείρημα στην Ευρώπη όλη και είχε μεγάλη επιτυχία. Αυτό λοιπόν το πετυχημένο εγχείρημα επαναλαμβάνεται: Στέλνεται ο κόσμος στην Κεντροαριστερά και βρίσκεται δεξιά.
- Ναι, τώρα τα έχω  τελείως ξεκαθαρισμένα. Και τώρα που τα έχω τελείως ξεκαθαρισμένα, πού τα βάζω;
- Σε βόμβες Μολότωφ
- Πάμε ευθεία δεξιά, σύντροφε (λέει στο διπλανό του)
- (Από μακριά, ενώ οι άλλοι φεύγουν) Στη συνείδησή σου να τα βάλεις, βλάκα. Να μην πω κάπου αλλού. Άκου «Πάμε ευθεία δεξιά»! Της φυλακής τα σίδερα τα φοβάται ο λεβέντης, τα κουφάρια δεν τα φοβάται. Που κουφάρι να γίνει ο χαμένος!