"Λέξω προς αιθέρα"

Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

Ο ΚΟΙΝΟΣ ΜΑΣ ΤΑΞΙΚΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ



Μας δίνει λαβή για πολλές επικρίσεις η Κυβέρνηση με τα μωροδίσματά της. Όμως έχουμε καιρό να τα κουβεντιάσουμε. Τώρα θα πούμε ότι ο κοινός μας ταξικός εχθρός, που εκφράζεται στο πρόσωπο του Σιόϊμπλε, μας ενώνει όλους και αυτό πρέπει πριν απ` όλα  να ειπωθεί.
Δε μ` ενδιαφέρει αν ο Σιόϊμπλε είναι γερμανός, όπως δε μ` ενδιαφέρει αν η Γερμανία ως έθνος ή ως χώρα είναι η κληρονόμος των μεγαλύτερων εγκλημάτων που διαπράχθηκαν ποτέ στην Ιστορία κατά της ανθρωπότητας. Μ` ενδιαφέρει μόνο που εδώ και δεκαετίες συναγωνίζεται μαζί με τους άλλους λαούς της Ευρώπης να εδραιωθεί η ευρωπαϊκή ιδέα, να αμβλυνθούν οι εθνικισμοί και να υπάρχει ειρήνη στη γηραιά Ήπειρο. Σέβομαι επίσης το γερμανικό λαό που υπεύθυνα και δημιουργικά αντιμετωπίζει την ανθρώπινη ζωή. Εννοώ εδώ όχι μόνο τις παραγωγικές του επιδόσεις, αλλά και τη συνεισφορά του στην ατένιση της Ιστορίας, στην αποκάλυψη της αρχαίας ελληνικής σκέψης, που εμείς ως απόγονοι δε σταθήκαμε ικανοί να τη συλλάβουμε ούτε καν να την υπηρετήσουμε. Υποκλίνομαι δε ιδιαίτερα σ` αυτή του τη συμβολή, στη μοναδικότητα που έχει εμφανίσει πολλές φορές ο ορθολογισμός της γερμανικής διανόησης. Και ο ορθολογισμός του Μαρξ, που είναι γερμανός επίσης, δεν είναι παρά η συνέχεια της έκφρασης αυτής της μοναδικότητας του ορθολογισμού της. 
Ο Σιόϊμπλε λοιπόν είναι αυτό που είναι όχι επειδή είναι γερμανός, αλλά επειδή βρίσκεται ως χώρα σε μια συγκεκριμένη ταξική θέση,  να υπηρετεί τα συμφέροντα της παγκόσμιας οικονομικής ολιγαρχίας, να είναι στυλοβάτης του καπιταλιστικού συστήματος ανά τον κόσμο και πιστός στην υλοποίηση της νεοφιλελεύθερης εκδοχής του. Δεν είναι μαρξιστής ο άνθρωπος. Δεν του το επιτρέπει και η θέση του. Και γι` αυτό του το ρόλο ανταμείβεται φυσικά πλουσιοπάροχα από τους εντολείς του. Του παρέχουν μοναδικά προνόμια. Δανείζεται από αυτούς όσα χρήματα θέλει χωρίς επιτόκιο ή και με αρνητικό. Μπορεί επομένως να δανείζει προς εμάς με κάποιο επιτόκιο και να έχει κέρδος αυτό το επιτόκιο. Ότι τα βάζει ο φορολογούμενος γερμανός πολίτης από την τσέπη του στην περίπτωση των γερμανών δεν ισχύει. Και δε μιλάμε για άλλα κέρδη που έχει η Γερμανία ως οικονομικά κυρίαρχη χώρα στην ΕΕ. Οι οικονομολόγοι τα έχουν με ακρίβεια υπολογισμένα και μιλάνε για δισεκατομμύρια που έχει προσποριστεί από την οικονομική της ηγεμονία στην Ευρώπη και την εφαρμογή της πολιτικής που υπηρετεί.
Γι` αυτό και ο Σιόϊμπλε είναι ανυποχώρητος. Δε θέλει επ` ουδενί να διακινδυνεύσει την προνομιακή ταξικά θέση της χώρας του, αλλάζοντας πολιτική. Όντας δε τόσο συνεπής στον ταξικό του ρόλο αλλά και ικανός να τον επιβάλλει σε όλη την ΕΕ, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να δικαιώνει συνέχεια το ΚΚΕ. Και είναι τόση η δικαίωσή του από την αδιάλλακτη στάση της Γερμανίας, ώστε να μπορεί να πει κάποιος  πως ο Σύριζα δεν είναι παρά το πειραματόζωο του ΚΚΕ, που το έριξε στην πολιτική σκηνή, για να αποδειχθεί και πειραματικά πλέον η άποψή του ότι ΕΕ και δικαίωση λαϊκών αγώνων δεν είναι συμβατές έννοιες.
Το είδαμε στις διαπραγματεύσεις που προσέκρουσαν σε τείχος, κάτι που το αναγνωρίζει τώρα η Κυβέρνηση, αλλά αρχικά το έκρυβε. Δεν έγινε καμιά υποχώρηση εκ μέρους των εταίρων, παρόλο που εμείς εγκαταλείψαμε όλες σχεδόν τις θέσεις μας. Αλλά ακόμα και εκείνη η πενιχρότατη σε αποτέλεσμα για μας συμφωνία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου δεν τηρήθηκε. Μας επιβάλλανε ντε φάκτο και αυτά τα λίγα που είχαμε πετύχει να αποτρέψουμε, την επαναφορά της τρόικας και ως όνομα και ως ελεγκτή στην επικράτειά μας. Οπότε φαίνεται να έχουμε έρθει πάλι στα ίδια. Το διαλαλεί η Δεξιά πανηγυρίζοντας και διατυμπανίζοντας το κόστος σε χρήμα και σε αξιοπιστία που επέφερε η διαπραγματευτική πολιτική της Κυβέρνησης. 
Όμως στα ίδια δεν είμαστε. Πρώτα απ` όλα γνωρίσαμε έμπρακτα τα όρια, ως ποιο σημείο είναι διατεθειμένοι οι εταίροι μας να υποχωρήσουν, κάτι που δεν το γνωρίζαμε πριν. Νομίζαμε απλώς ότι υπάρχουν όρια υποχώρησης. Γνωρίσαμε παράλληλα τι είδους άνθρωποι είναι αυτοί οι εταίροι μας και κατά πόσο έχουνε τη διάθεση να εξασφαλίζουνε το χορτασμό τους, χωρίς να τρώνε την μπουκιά του άλλου. Και εννοούμε εδώ όχι τη δική μας μπουκιά αλλά του παγκόσμιου πληθυσμού που εκμεταλλεύονται, για να έχουν την ευημερία τους Ούτε καν μεταξύ των χωρών της ΕΕ δε θέλουνε να υπάρχει αλληλεγγύη και στοιχειώδης δικαιοσύνη ή τέλος πάντων να μην πεινάνε άνθρωποι. Τρίτο και το σπουδαιότερο έχουνε εκτεθεί στην παγκόσμια κοινή γνώμη ανεπανόρθωτα.
Σταθμίζοντας κανείς καλά καλά το συσχετισμό δυνάμεων όλων των ειδών, εννοώ και ηθικών και συναισθηματικών, όχι μόνο των μετρήσιμων, βρίσκει πως είναι πολλά τα θετικά, τα ηθικά πλεονεκτήματα, που αποκόμισε η Ελλάδα από τις διαπραγματεύσεις, ίσως και επειδή προσκρούσανε αυτές σε αδιαλλαξία. Η Ελλάδα σ` αυτή τη σύγκρουση εκπροσωπεί το δίκαιο των πολλών, των λαών της ΕΕ, αλλά και των λαών όλης της γης, καθώς αξίες της Αριστεράς αγωνίζεται να εφαρμοστούν. Δυνητικά λοιπόν και μακροπρόθεσμα τουλάχιστον έχει όλους τους λαούς με το μέρος της. Αυτό είχε αρχίσει να αποτυπώνεται και με σχετικές κινητοποιήσεις τους. Επίσης η Ελλάδα εκπροσωπεί το θύμα που υπέστη το μεγαλύτερο πλήγμα από την κρίση και βιώνει εξαιτίας του τεράστιο ανθρωπιστικό δράμα. Μόνο οι μη άνθρωποι δεν το βλέπουν ή και αυτοί που νομίζουν ότι μπορούν να εμφανίζονται στη δημόσια ζωή της ανθρωπότητας ως μη άνθρωποι. Αλλά ακόμα κι αν θεωρήσουμε πως νικήσανε προς στιγμή, εμείς πάλι θα αποτελέσουμε παράδειγμα προς μίμηση και όχι προς αποφυγή. Εκείνο δε που περισσότερο από καθετί άλλο καταδηλώνει τη νίκη μας είναι η ενότητα που σφυρηλάτησε στην ελληνική κοινωνία η στάση του Σιόϊμπλε. Χωρίς να έχει μια τέτοια πρόθεση, μπόρεσε ωστόσο να συνεπιφέρει η εμμονή του τέτοια ομοψυχία στον ελληνικό λαό, που σπάνια γνώρισε στην Ιστορία του. Και αυτή η ομοψυχία μας κάνει να ελπίζουμε βάσιμα ακόμα και σε βραχυπρόθεσμη νίκη.  

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΠΕΝΙΧΡΟΤΑΤΟ. ΓΙΑΤΙ;



Α. Θετικά - αρνητικά
- Σύμφωνα με το κείμενο της συμφωνίας το μνημόνιο παραμένει, ανανεωμένο βέβαια και με κάπως διαφορετικό περιεχόμενο. Πάντως ούτε σχίστηκε ούτε καταργήθηκε. Άλλαξε απλά η σελίδα του.
- Ο καθορισμός της λίστας των νόμων που θα θεσπίζει τώρα η ελληνική Κυβέρνηση θα γίνεται από την ίδια, όχι από τους εταίρους, και μετά θα υποβάλλεται σ` αυτούς για έγκριση, ενώ πριν ο αρχικός καθορισμός της λίστας γινόταν από εκείνους και εμείς μετά τη νομοθετούσαμε. Στην ουσία νομοθετούν πάλι εκείνοι, αλλά προηγούμαστε εμείς στην επιλογή των νομοσχεδίων και έτσι που γίνεται τώρα ενδεχομένως να «χωρέσει» και κάτι δικό μας, για να περάσει.
- Επεκτείνεται η έννοια των μονομερών ενεργειών σε κάθε είδος νομοσχέδιου και η επέκταση αυτή αναγνωρίζεται από την Κυβέρνηση με αναδρομική μάλιστα ισχύ, γι` αυτό παραπέμπει εσπευσμένα προς έγκριση ακόμα και νομοσχέδια που είχε εξαγγείλει ότι θα ψηφιζόταν την προπροηγούμενη βδομάδα και μετά τα ανέβαλε για την προηγούμενη και τώρα για μετά την έγκριση.
- Αποφεύχθηκε να αποδεσμεύεται η ανάπτυξη από ένα ορισμένο ποσοστό του πρωτογενούς πλεονάσματος και πάνω. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στην ελληνική Κυβέρνηση ανεξάρτητα από το ύψος του να διαθέτει μέρος του για ανάπτυξη, ενώ αποκλείστηκε και η λήψη νέων μέτρων λιτότητας, που είχανε ήδη προγραμματιστεί.
- Η τρόικα ως σύμβολο της επιστασίας μας έχει εκλείψει, χωρίς όμως να έχει εκλείψει και η ουσία της, η άσκηση εποπτείας. Θα είναι οι θεσμοί τώρα, ανώτερα, ομότιμα όργανα, που θα την ασκούν. Είναι μια μικρή πρόοδος. Πάντως η κατάργησή της ήτανε απαίτησή μας, την οποία τελικά αναγκάστηκαν να δεχθούν οι εταίροι.
Αξιολογώντας κανείς αυτό το αποτέλεσμα βρίσκει πως είναι εντελώς ασύμμετρο σε σχέση με τις προσπάθειες που γίνανε, με τη δυναμική που αναπτύχθηκε και με την αναστάτωση που προκλήθηκε πανευρωπαϊκά αλλά και παγκόσμια, αλλά και σε σχέση με τις προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν. Σχεδόν η έκταση της ωφελιμότητάς του δεν ξεπερνά κατά πολύ την προηγούμενη κατάσταση. Ερχόμαστε στα ίδια περίπου και μπορεί να γίνει λόγος για ήττα της Κυβέρνησης, ακόμα και για συντριβή της. Αυτό το βλέπει κανείς και στον τρόπο που οι εκπρόσωποι του Ευρωπαϊκού Υπουργικού Συμβουλίου παρουσιάσανε τη συντριβή μας αυτή, ώστε να μην πολυφαίνεται. Ήτανε πολύ επιφυλακτικοί στην ανακοίνωση της συμφωνίας, διστάζανε να εκφέρουν τις λέξεις, κομπιάζανε, σε αντίθεση με το δικό μας Υπουργό, που, ενώ ήτανε ο ηττημένος, από την αρχή εμφανίστηκε με ανοιγμένο τον κρουνό της θριαμβολογίας.

Β. Αίτια
Ποια τα αίτια όμως, που, ενώ φαινόταν ότι θα έχει επιτυχία η Ελληνική Κυβέρνηση, τελικά δεν τα κατάφερε;
Το πρώτο που αμέσως αμέσως του `ρχεται να πει κάποιος είναι η αντικειμενική ανυπαρξία περισσότερων δυνατοτήτων και αυτό επειδή η Γερμανία στάθηκε τελείως άκαμπτη. Πράγματι, αντίθετα απ` ό, τι φαινόταν στην αρχή, εξαιτίας του πολιτικού κινδύνου, που εκπροσωπούσε γι` αυτούς ο Σύριζα, έγινε σύμπηξη μιας συμμαχίας μεταξύ τους με πυρήνα τη Γερμανία για ανυποχώρητη αντίσταση απέναντι στο ελληνικό αίτημα. Η αντίστασή τους πήρε τη μορφή ενιαίας γροθιάς και δείχνανε ότι ήτανε αποφασισμένοι να τη χρησιμοποιήσουν.
Το δεύτερο είναι ότι η Κυβέρνηση δεν πίεσε ως το έπακρο τις καταστάσεις, επειδή φοβόταν το ενδεχόμενο εξόδου μας από την Ευρώπη. Πράγματι, επειδή δεν ήθελε να ρισκάρει κάτι τέτοιο, επειδή πίστευε ότι οι δηλώσεις πίστης στην παραμονή ήτανε πιο ισχυρό όπλο, ούτε το λαό προετοίμασε σχετικά ούτε ήταν η ίδια αποφασισμένη να παίξει αυτό το χαρτί, που ήταν το ισχυρότερο, με αποτέλεσμα να μην εξαντλήσει όλα τα περιθώρια πίεσης. Κι ενώ εξαρχής φαινότανε ότι ο ταξικός της εχθρός μόνο με την απειλή μιας τέτοιας αναταραχής θα μπορούσε ίσως να υποχωρήσει, δεν τη χρησιμοποίησε καν, παρόλο που οι αντίπαλοί της τη χρησιμοποιήσανε, αφήνοντάς την συνέχεια να υφέρπει ως απειλή.
Ερχόμαστε στο τρίτο, ότι γίνανε λάθη και από τη μεριά της ελληνικής Κυβέρνησης, αίτιο που αποφεύγεται παντελώς να θιγεί. Επειδή η Κυβέρνηση απολαμβάνει μια άνευ προηγουμένου δημοφιλία, ως εκ τούτου δεν υπάρχει από κανέναν η διάθεση επίκρισής της ή τραυματισμού αυτής της σχέσης της με το λαό και δε γίνεται κανένας λόγος για διάπραξη λαθών εκ μέρους της. Ωστόσο θα μπορούσε να προβληθεί η πολύ ευλογοφανής επίκριση ότι η Κυβέρνηση καλλιέργησε υπερβολικές προσδοκίες. Μια τέτοια όμως επίκριση δεν έχει υπόσταση, πιστεύω. Το δίκαιο δεν μπορεί, δεν πρέπει να προβάλλεται μισό, μισοεκφρασμένο; Ή θα εκφράζεται ακέραιο ή καθόλου. Μεσοβέζικες διατυπώσεις και διεκδικήσεις δεν έχει. Αν επίσης δεν καλλιεργούσε τις «υπερβολικές» αλλά δίκαιες προσδοκίες η Κυβέρνηση, πώς θα είχε το λαό σύσσωμο στο πλευρό της; Πώς θα προσφερόταν εξάλλου ολοκληρωμένη λύση στο πρόβλημα; Πώς τέλος θα έπαιρνε αυτό τις διαστάσεις που είχε από τη φύση του, τις ευρωπαϊκές και παγκόσμιες;.
Εκείνο όμως που πράγματι δεν αποτολμάται να θιγεί καθόλου, δε διανοείται κανείς να το αναφέρει είναι ότι διαπράχθηκαν πραγματικά, σοβαρά, θανάσιμα λάθη από την Κυβέρνηση κατά τη διαπραγματευτική της πορεία. Εγκαταλείφθηκαν, όχι με τις υποχωρήσεις αλλά με σχετικές δηλώσεις, θεμελιακές θέσεις της Κυβέρνησης. Είναι άλλο πράγμα να προβαίνεις σε υποχωρήσεις, υπογράφοντας εκβιασμένος κάτι αντίθετο από αυτό που πιστεύεις και άλλο πράγμα να λες το ψέμα ότι αυτό δεν το πίστευες ή αυτό που πίστευες δεν ήτανε σωστό. Τότε εγκαταλείπεις δια παντός τις θέσεις σου, όταν λες πως εγώ δεν ήμουνα ποτέ εκεί σ` αυτές τις θέσεις, για να δείξεις ότι υποχώρησες. Τότε δεν υπάρχει απλώς μια αναγκαστική και εκβιασμένη υποχώρηση, αλλά εξυπαρχής προσχώρηση πλήρης στις θέσεις του αντιπάλου σου. Χωρίς λοιπόν να υπάρχει κανένας απολύτως λόγος, απ` ό, τι κρίνω, ο Υπουργός Οικονομικών αναίρεσε ιδεολογικά την Κυβέρνηση και προσήλθε στις διαπραγματεύσεις χωρίς τον ιδεολογικό της οπλισμό. Η Κυβέρνηση ανέκαθεν, προεκλογικά και μετεκλογικά με τις προγραμματικές της δηλώσεις, αντιτασσόταν στο μνημόνιο, διότι το χρέος που μας επισώρευσε αυτό δεν ήταν βιώσιμο και συνεπώς δεν παρείχε καμιά δυνατότητα αποπληρωμής του. Άρα έπρεπε μέρος του να διαγραφεί ή να υπάρξει ένα διάστημα παγώματος της αποπληρωμής του. Ήταν θεμελιακή θέση αυτή του Σύριζα και της Κυβέρνησης. Δεύτερη θεμελιακή θέση τους ήτανε ότι το μνημόνιο, 1ο ή και 2ο δεν έχει τόση σημασία, υπήρξε η καταστροφή μας και έπρεπε γι` αυτό να εκλείψει, να εξαφανιστεί. Και τρίτη ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο. Και όμως ο Υπουργός αυτές τις τρεις βασικές θέσεις της Κυβέρνησης τις αναίρεσε όλες, διαψεύδοντάς την. Για ανεξήγητους εντελώς λόγους, πριν καλά καλά ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις, διακηρύσσει ο κ. Βαροτυφάκης ότι δε ζητούμε διαγραφή μέρους του χρέους, στη συνέχεια δηλώνει ότι το μνημόνιο είναι καλό, μόνο κατά 30% υπάρχει για μας πρόβλημα, και στην τελική φάση των διαπραγματεύσεων αποφαίνεται πως το χρέος είναι βιώσιμο. Και, ενώ τέτοιες δηλώσεις είναι αναίρεση των βασικών θέσεων της Κυβέρνησης και ενώ ναρκοθετούν και μακροπρόθεσμα τις διαπραγματεύσεις της, η Κυβέρνηση δεν κάνει καμιά διάψευση. Τις αφήνει να ισχύουν, ωσάν να είναι και δικές της θέσεις, άρα ωσάν η ίδια να αυτοαναιρείται και να ναρκοθετεί τις διαπραγματεύσεις. Όταν όμως εσύ ο ίδιος δικαιώνεις τον αντίπαλό σου, πώς είναι δυνατό να σου αναγνωρίσει το δίκαιό σου, το οποίο ακόμα κι εσύ με δική σου ρητή ομολογία δεν αναγνωρίζεις; Μήπως λοιπόν σ` αυτή της την αυτοαναίρεση βρίσκεται κάποια αιτία της αποτυχίας των διαπραγματεύσεων;

Γ. Προοπτική
Όμως παρόλα αυτά, συνολικά αν ιδωθεί  το αποτέλεσμα, έτσι όπως είναι οργανικά δεμένο με τα προγενέστερα γεγονότα που το κυοφόρησαν και με τα μεταγενέστερα που δυνητικά έχει κυοφορημένα, όχι μεμονωμένα, το αποτέλεσμα αυτό δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο, δεν είναι σε καμιά περίπτωση αρνητικό. Μόνο αν ειδωθεί περιχαρακωμένο στα δικά του σημαίνοντα και απομονωμένο από τα γενεσιουργά του αίτια αλλά και από τα αποτελέσματα που θα επιγεννήσει, τότε μπορεί να κάνει κανείς λόγο για ταπεινωτική ήττα της Κυβέρνησης. Όμως την ιδεολογική προοπτική που διανοίγει ένας αγώνας πρέπει να λαμβάνουμε πολύ υπόψη μας στις αξιολογήσεις, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς. Στην περίπτωση τούτη τα ιδεολογικά κέρδη, που προκύπτουν από αυτό τον αγώνα και που έχουν πάντα μακροπρόθεσμη προοπτική, είναι πολύ πιο σημαντικά, ας είναι αδιόρατα. Η πρόσδοση πανευρωπαϊκής διάστασης στο πρόβλημα και η προοπτική να αντιμετωπιστεί ως κοινό ευρωπαϊκό έφερε γενικότερες αναταράξεις ιδεολογικού χαρακτήρα όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σε όλη την υφήλιο. Η στάση της Ελλάδας να θέλει να έχει το πρόβλημά της ευρωπαϊκό αλλά και παγκόσμιο προσανατολισμό επικράτησε. Η πίεσή της σε ευρωπαϊκό πλαίσιο προκάλεσε ορατή ρωγμή ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στο Συμβούλιο Υπουργών στην αρχή, ανεξάρτητα από το εάν η Γερμανία μετά επέβαλε τη δική της θέληση. Το ίδιο παρατηρήθηκε και στο δεύτερο Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών, όπου η Γερμανία αποτελούσε ξεχωριστή πτέρυγα από τους υπόλοιπους. Αυτό ήτανε και μια φανερή απομόνωση της Γερμανίας, έστω κι αν επέβαλε τελικά το δικό της σχέδιο και πάλι. Το «απροσάρμοστο» πάντως της ΕΕ έπαυσε να είναι η Ελλάδα με τις «ιδεολογικές ανεδαφικότητές» της και κατέστη η Γερμανία. Μπορεί να επέβαλε τη θέλησή της, ωστόσο υπέστη βαρύ πλήγμα από αυτό και είναι πολύ αμφίβολο αν στο μέλλον θα ξαναμπορεί να επιβάλλει τη θέλησή της. Αλλά και μια κάποια μεταστροφή σημειώθηκε στην πλειοψηφία των μελών του Συμβουλίου υπέρ της Ελλάδας, ενώ στο πρώτο Συμβούλιο ήταν σχεδόν συμπαγής η ενότητά τους.  
Επομένως, αν η συντριβή της Ελληνικής Κυβέρνησης συνιστά πράγματι απώλεια μιας μάχης, δε συνιστά καθόλου απώλεια του πολέμου, που τώρα άρχισε. Μπορεί και στην ήττα της αυτή να κυοφορείται μακροπρόθεσμα η νίκη. Αυτό εξαρτάται από τους όρους κάτω από τους οποίους θα διεξαχθούν οι επόμενες μάχες και από τον τρόπο προπάντων διαχείρισης της απώλειας της πρώτης μάχης. Αν η Κυβέρνηση δεν πει τα πράγματα όπως είναι και δεν πνίξει κάθε ψεύτικη διάθεση θριαμβολογίας, έχει χάσει και τον πόλεμο. Γρήγορα θα αρχίσει το τεράστιο λαϊκό ρεύμα που τη στηρίζει να στρέφεται μαζικά αλλού. Πάντα το έλεγα: Η Αριστερά ευθύνεται για την άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων ή κινημάτων, όχι η Δεξιά. Αν όμως μιλήσει τη γλώσσα της εντιμότητας, ο λαός δε θα την απαρνηθεί. Αλλά φοβάμαι ότι τα πρώτα δείγματα των συμπεριφορών της την τοποθετούνε περισσότερο στον πρώτο τρόπο διαχείρισης της ήττας.   
Η Ελληνική Κυβέρνηση λοιπόν ανέλαβε να διεξαγάγει έναν τίμιο αγώνα. Έχασε την πρώτη μάχη. Ο αγώνας, εφόσον έχει το λαό με το μέρος της αλλά και τους άλλους λαούς της Ευρώπης και αυτό είναι στο δικό της χέρι, ο αγώνας αυτός τώρα συνεχίζεται. 



ΥΓ. Επειδή θα επιστρέψω στoν Όμηρο, στην εντατική μου ενασχόληση – κάτι ετοιμάζω γι` αυτόν - αραιά θα επεμβαίνω με αναρτήσεις μου στην επικαιρότητα. Όσοι αναγνώστες μου θέλουν να τους ενημερώνω, μπορούν να μου δώσουνε την ηλεκτρονική τους διεύθυνση. Η δική μου είναι: aletziolas@yahoo.gr
 

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Ο ΣΥΡΙΖΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ



Θα φανεί αντάξιός της;

Ενώ ο Σύριζα εκφράζει θέληση της Ιστορίας και με την ιδιότητα αυτή βρίσκεται τώρα ενώπιόν της, παρόλα αυτά η εκδηλωμένη κοινωνική εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του δεν είχε καν πλειοψηφικό εύρος, κάτι που του στέρησε ακόμα και την εύκολα εφικτή πλαστή αυτοδυναμία. Γιατί άραγε; Κι ενώ ο Σύριζα επίσης είναι ένα νεοπαγές στην ουσία κόμμα και αριστερό, κατόρθωσε να πάρει υψηλότατο ποσοστό και αποτελεί τώρα Κυβέρνηση της χώρας, αλλά και Υποκείμενο της Ιστορίας. Πώς έγινε αυτό;
Ο Σύριζα είναι ένα αριστερό κόμμα και αυτό έχει ως συνέπεια να είναι περιορισμένη η εμβέλεια της επιρροής του για πολλούς λόγους: Το οικονομικό μοντέλο, που εφάρμοσε η Αριστερά για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, έτσι που το εφάρμοσε, κατέρρευσε με γδούπο. Η κοινωνία στην οποία απευθύνεται το κόμμα αυτό άγγιξε την ευημερία χάρη στο αντιθετικό του πολίτευμα, στον καπιταλισμό, και έχει λόγους να μη διάκειται φιλικά μαζί του. Το ίδιο κόμμα πάλι προέρχεται από τον πολυδιασπασμένο επί πολλές δεκαετίες χώρο της Αριστεράς και με άλλες ονομασίες τότε μόλις και μετά βίας έπαιρνε τα ποσοστά που απαιτούνταν για να είναι στη Βουλή. Αποτελούνταν και από συνιστώσες, που, ενώ δεν είχαν καμιά άξια λόγου ιδιαίτερη ιδεολογική απόκλιση ούτε κάποια απήχηση στην κοινωνία – τι είναι ο κάβουρας τι είναι το ζουμί του! – εμποδίζανε όμως τις συνθέσεις και τη μετεξέλιξη αυτού του ιδιότυπου πολιτικού μορφώματος σε έναν ενιαίο κομματικό φορέα. Τελικά αυτό συντελέστηκε, έστω και ελλειπτικά, πάντως πολύ οργά, εντελώς πρόσφατα και ενώ η κρίση μεσουρανούσε στην κοινωνική ζωή της χώρας. Στην ουσία πρόκειται επομένως για ένα νεοσύστατο κόμμα. Όμως και η πολιτική που διακήρυττε φάνταζε ουτοπική, περιείχε τη φιλοδοξία στη δεύτερη ανά τον κόσμο πολυεθνική, άρα και σε πολλά πόδια στηριγμένη, μητρόπολη του καπιταλισμού να προκαλέσει αλλαγές στο οικονομικοπολιτικό της σύστημα, εισάγοντας δικαιότερες δομές. Μια τόσο ουτοπική επιδίωξη έμοιαζε όχι μόνο με αεροβασία αλλά και με ιδεολογικό εκτροχιασμό. Πώς είναι δυνατόν δρώντας κανείς μέσα στο πλαίσιο του πανίσχυρου αυτού συστήματος να ασκήσει την οποιαδήποτε ανατρεπτική του πολιτική; (Η γνωστή θέση του ΚΚΕ). Αποτέλεσμα πάντως της υποστήριξης μιας τέτοιας πολιτικής ήτανε να εξαναγκάζεται ο Σύριζα να ακροβατεί, από τη μια να ασκεί δριμύτατη κριτική στην ΕΕ και από την άλλη να δηλώνει πίστη στο μόρφωμά της, διαβεβαιώνοντας και για την παραμονή μας σ` αυτό.  Ανάλογη πολιτική συμπεριφορά εκδήλωνε και η ελληνική κοινωνία, που ακροβατούσε κι εκείνη ανάμεσα στην προσέγγισή της προς το Σύριζα και στην αποστασιοποίησή της, ας ένιωθε ισχυρή την πίεση να πάει προς το μέρος του, επειδή το δράμα που ζούσε, της κρίσης και της αυτοπαραίτησής της, ήτανε βαρύ και έκλεινε κάθε προοπτική στη ζωή της.
Από την άλλη όμως, ας μην πληρούσε ο αριστερός Σύριζα τους απαιτούμενους όρους για την άνοδό του στην εξουσία, επειδή όμως μόνο ένα αριστερό κόμμα θα μπορούσε να εγγυηθεί τη λύτρωση της ελληνικής κοινωνίας από την ταξική καταδυνάστευση, του έδωσε τελικά την απαιτούμενη πλειοψηφία και πήρε την τύχη της στα χέρια του. Καταλύτης σ` αυτό υπήρξε η ηγετική φυσιογνωμία του νεαρού προέδρου του κόμματος Αλέξη Τσίπρα. Αν αποδώσει κανείς το μεγαλύτερο μέρος της επιτυχίας αυτής στη χαρισματική προσωπικότητα του αρχηγού, νομίζω δε θα έκαμνε λάθος. Δυστυχώς αυτό αποτελεί κανόνα στην πρόσφατη πολιτική μας ιστορία· όσες φορές η αντιπολίτευση έγινε Κυβέρνηση στη χώρα ετούτη έγινε χάρη στις ικανότητες του ηγέτη της. Γιατί η Αριστερά, η οποία θα μπορούσε ως ενιαίο κόμμα συγκροτημένο και σταθερά προσανατολισμένο να διεκδικήσει εξουσία, αρχικά τελούσε υπό διωγμό, μετέπειτα διασπάστηκε και η διάσπασή της της απέκλειε μια τέτοια δυνατότητα. Πάντως, αν δεν ήτανε διασπασμένη και εξουσία να μην έπαιρνε, πάλι θα μπορούσε ν` αποτρέψει την έλευση της κρίσης και τη δυστυχία που αυτή συνεπέφερε. Έχει επομένως μεγάλη ευθύνη για την αδυναμία της να τα αποτρέψει.  
Τώρα όμως ο Σύριζα, ένα αριστερό κόμμα, βρίσκεται στην Κυβέρνηση και ως Κυβέρνηση δεν έχει απλώς την ευθύνη να ασκήσει κυβερνητικό έργο, αλλά προπάντων να ανατρέψει καταστάσεις πολύ βλαπτικές για την ελληνική κοινωνία, αυτές που προκάλεσαν η κρίση και οι ως τώρα πολιτικές αντιμετώπισής της. Μια τέτοια όμως ανατροπή τον φέρνει σε σύγκρουση με την ΕΕ, που όχι μόνο αρνείται να δει το ελληνικό πρόβλημα ως γενικό αλλά και επιμένει στην εφαρμογή της δικής της καταστροφικής για τη χώρα μας πολιτικής.
Από τις πρώτες επαφές που είχε η νέα Κυβέρνησή μας με τους Ευρωπαίους εταίρους διαφάνηκε καθαρά η πρόθεσή τους: Θέλουν το νεαρό Έλληνα επαναστάτη, που, έχοντας με το μέρος του τον ελληνικό λαό, επιχειρεί να προκαλέσει αναστάτωση σε όλη την Ευρώπη, να τον εξουδετερώσουν και θα μπορέσουν να τον εξουδετερώσουν μόνο ταπεινώνοντάς τον και, για να τον ταπεινώσουν, θα πρέπει να συνθλίψουνε προηγουμένως κεφάλια. Πρώτο το κεφάλι της Δημοκρατίας, που του έχουνε ήδη προκαλέσει διάσειση με τα επάλληλα χτυπήματά τους, γιατί τους εμποδίζει να είναι δυνάστες μας. Δεύτερο κεφάλι που θα πρέπει να συνθλίψουνε είναι του λαού που γέννησε αυτό τον αναιδή ηγέτη. Και ήδη άρχισαν τη συνθλιβή του κιόλας, βάζοντας την Τράπεζά τους να παίρνει μέτρα εναντίον μας. Έτσι μετά, και το ωραίο κεφάλι αυτού του σημερινού ζωντανού κούρου, το γεμάτο όραμα και αρετές ηγέτη, θα πέσει και αυτό, για να το συνθλίψουνε μαζί με τ` άλλα, σαν οχιάς κεφάλια ποδοπατώντας τα με την μπότα τους του κατακτητή, οι χώρες, που, γαλουχημένες από μας, συνεισφέρανε στην παγκόσμια Ιστορία το Διαφωτισμό, τη Γαλλική Επανάσταση και τη Δημοκρατία. Και είναι πράγματι έτσι. Όμως αυτό που ενσαρκώνουν σήμερα αυτές οι χώρες δεν είναι Δημοκρατία. Είναι πυραμίδα βαθμιδωτής υποτέλειας, ανάγλυφη διαστρωμάτωση της χαμέρπειας, ιεράρχηση διαβαθμισμένης κτηνωδίας. Στη «δημοκρατία» τους πέντε ισχυροί της γης χορεύουν στο ταψί λαούς και πολιτικούς μαζί σε Ευρώπη, Αμερική και σ` όλο τον κόσμο. Τζογάρουνε αυτοί οι πέντε της γης και ο τζόγος τους κρίνει τις τύχες έξι δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τη δημοκρατία των προγόνων μας; Η δική μας δημοκρατία, που τάχα λένε ότι έχουνε, δεν επέτρεπε ποτέ σε πολίτη να έχει περισσότερη δύναμη από ό, τι η «πόλις». Δεν άφηνε κανένα τέτοιο περιθώριο. Κι αν διέβλεπε σε κάποιον να έχει τέτοιες διαθέσεις, τον εξοστράκιζε προκαταβολικά, ώστε οι πολίτες να είναι υποταγμένοι μόνο στην Εκκλησία του Δήμου, σε συλλογική βούληση, όχι στη διάθεση του ενός ή του άλλου.
Και μόλις δείξανε αυτές τις προθέσεις τους οι εταίροι μας, ο λαός εξαγριώθηκε. Και, καθώς το θέμα τώρα έγινε εκτός από ταξικό και εθνικό, πολύ περισσότερες λαϊκές δυνάμεις δείχνουν αποφασισμένες να στηρίζουν την αριστερή Κυβέρνηση Σύριζα. Είναι σπάνιο στην Ιστορία να αυξάνει τα ποσοστά λαϊκής στήριξης μετεκλογικά μια Κυβέρνηση. Είναι όμως και οιωνός νίκης της Κυβέρνησης, αν θελήσει να έρθει σε ρήξη.  
Κανείς δε λέει ότι αυτό που επιχειρεί ο Σύριζα είναι κάτι εύκολο. Όμως αυτό πρέπει να γίνει. Δεν έχουμε άλλη επιλογή. Είναι ανάγκη της κοινωνίας μας. Είναι ανάγκη και των άλλων κοινωνιών, ανάγκη της Ιστορίας. Ενδοιασμοί, υπεκφυγές και κάθε είδους λοξοδρομήσεις, όποια κι αν έχουν αιτία ακόμα και τη δειλία, περιέχουν αήθεια απέναντι στην Ιστορία, τη δική μας και της ανθρωπότητας. Μπορεί το εγχείρημα του Σύριζα να ματαιωθεί. Αν είμαστε έντρομοι απέναντι στην Ιστορία, όπως και απέναντι στο θάνατο, θα ματαιωθεί. Αν όμως δε μας τρομάζει ο θάνατος και πιστεύουμε στην Ιστορία, αν ελπίζουμε στις αλλαγές της και επίμονα μαχόμαστε για την πραγμάτωσή τους, τότε το εγχείρημα θα πετύχει. Τότε θα είμαστε νικητές. Τότε είμαστε και θα είμαστε ελεύθεροι.
Ο καθένας λοιπόν μπροστά στην ευθύνη του σήμερα και όλοι μαζί ταυτισμένοι σηκώνουμε την Ιστορία στους ώμους μας. Είναι θέλημά της. Μας έχει κι αυτή ανάγκη. Μας το επιτάσσει. Ας τρίβουν από χαρά τα χέρια τους Βενιζέλοι και Σαμαράδες που οι Ευρωπαίοι για την «αποκοτιά» μας θα θελήσουνε να συνθλίψουνε τα κεφάλια μας. Τι να καταλάβει ο εαυτούλης τους από λόγια σαν αυτά του ποιητή: «Και περισσότερη τιμή τους πρέπει, όταν προβλέπουν και πολλοί προβλέπουν πως ο εφιάλτης θα φανεί στο τέλος και οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε». Εμείς, ταγμένοι στο χρέος μας θα τους εμποδίσουμε να μας συνθλίψουν. Είναι της Ιστορίας επιταγή και ώθηση και δεν αποτυχαίνει κανείς, όταν είναι ένα με την Ιστορία. Αλλά κι αν παρ` ελπίδα δεν κατορθώσουμε να τους εμποδίσουμε, να καταφέρουμε τουλάχιστον ετούτο μόνο, να συνθλίψουνε τελευταίο το κεφάλι της Δημοκρατίας, του πλούτου οι κανίβαλοι. Είναι η μόνη τιμή που μπορούμε να προσφέρουμε στην πατρική μας πρώτη ανθρώπινη αξία.

Για θύμιση της παράδοσής μας παραθέτω το δημοτικό μας ποίημα: 

Του μικρού Βλαχόπουλου      

Ο Κωνσταντίνος ο μικρός κι ο Αλέξης ο αντρειωμένος
και το μικρό Βλαχόπουλο ο καστροπολεμίτης
αντάμα τρων και πίνουνε και γλυκοκουβεντιάζουν
κι αντάμα έχουν τους μαύρους τους στον πλάτανο δεμένους
Του Κώστα τρώει τα σίδερα, τ Αλέξη τα λιθάρια
και του μικρού Βλαχόπουλου τα δέντρα ξεριζώνει

Κι εκεί που τρώγαν κι έπιναν και που χαροκοπούσαν
πουλάκι επήγε κι έκατσε δεξιά μεριά στην τάβλα
Δεν κελαηδούσε σαν πουλί, δεν έλεε σαν αηδόνι
μον ελαλούσε κι έλεγε ανθρωπινή κουβέντα:
"Εσείς τρώτε και πίνετε και λιανοτραγουδάτε
και πίσω σας κουρσεύουνε Σαρακηνοί κουρσαροι
Πήραν τ’ Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα
και του μικρού Βλαχόπουλου την αρραβωνιασμένη

Ώστε να στρώσει ο Κωνσταντής και να σελώσει ο Αλέξης
εβρέθη το Βλαχόπουλο στο μαύρο καβαλάρης
"Για σύρε συ Βλαχόπουλο στη βίγλα να βιγλήσεις
κι αν είν’ πενήντα κι εκατό σύρε μακέλεψέ τους
αν είναι περισσότεροι, γύρισε, μίλησέ μας

Επήγε το Βλαχόπουλο στη βίγλα να βιγλήσει
Βλέπει Τουρκιά, Σαρακηνούς κι Αράπηδες κουρσάρους΄
οι κάμποι πρασινίζανε, τα πλάγια κοκκινίζαν.
Άρχισε να τους διαμετρά, διαμετρημούς δεν είχαν
Να πάει πίσω ντρέπεται, να πάει μπρος φοβάται
Σκύβει, φιλεί το μαύρο του, στέκει και τον ρωτάει
"Δύνεσαι, μαύρε μ’, δύνεσαι, στο γαίμα για να πλέξεις;"
"Δύνομαι αφέντη, δύνομαι στο γαίμα για να πλέξω
κι όσους θα κόψει το σπαθί, τόσους θενά πατήσω
Μον δέσε το κεφάλι σου μ’ ένα χρυσό μαντίλι
μην τύχει λάκκος και ριχτώ και πέσεις απ’ τη ζάλη"

"Σαϊτες μου αλεξαντρινές καμιά να μη λυγίσει
κι εσύ, σπαθί μου διμισκί, να μην αποστομώσεις,
Βοήθα μ’ ευχή της μάνας μου και του γονιού μου βλόγια
ευχή του πρώτου μου αδελφού, ευχή και του στερνού μου
Μαύρε μου, άιντε να μπουμε, κι όπου ο Θεός τα βγάλει!"

Στα έμπα του μπήκε σαν αϊτός, στα ξέβγα σαν πετρίτης
στα έμπα του χίλιους έκοψε, στα ξέβγα δυό χιλιάδες,
και στο καλό το γύρισμα κανέναν δεν αφήνει.
Πήρε τ’ Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα
και το μικρό Βλαχόπουλο την αρραβωνιασμένη.
Προσγονατίζει ο μαύρος του και πίσω τους τους παίρνει.
Στο δρόμον όπου πήγαινε σέρνει φωνή περίσσα.
"Πού΄σαι αδελφέ μου Κωσταντά κι' Αλέξη ανδρειωμένε;
αν είσθε εμπρός μου φύγετε και πίσω μου κρυφθήτε,
τι θόλωσαν τα μάτια μου, μπροστά μου δεν σας βλέπω,
και το σπαθί μου ερράγισε, κόβοντας τα κεφάλια,
κι' ο μαύρος λιγοκάρδισε πατώντας τα κουφάρια."

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

ΞΕΡΟΥΝΕ ΤΙ ΛΕΝΕ;



Εμπαθών γελοιοτήτων συνέχεια (Υποσχεμένο)

Ενώ ποντάρανε περισσότερο να κρυφτούνε στην «κρύπτη» του κειμένου παρά στην «κρύπτη» της συλλογικής τους ανωνυμίας, τελικά του κειμένου τους εκθέτει πιο καίρια αλλά και ακέραια, φανερώνοντας επιπρόσθετα στίγματα, εσωτερικά τώρα,  της ιδιοσυστασίας τους. Γιατί, αν και του κάνανε τη μέγιστη αξιακή φόρτιση, ώστε να συντελείται η απαιτούμενη δημαγωγία και να αποκρύπτεται η εννοιολογική του βαβυλωνία, εν τούτοις αυτή προβάλλει και γίνεται φανερό πως πρόκειται για ένα κείμενο εννοιολογικά ασυνάρτητο, για έναν «αχταρμά» ιδεών και ανύπαρκτων εννοιολογικών συσχετίσεων, για συνεχείς μεταπηδήσεις από τη μια μεγαλόστομη έννοια στην άλλη και για μια έκδηλη παντού διάθεση απόκρυψης των αιτίων και υπαιτίων, καθώς οι ίδιοι αποτελούν την ταύτιση μαζί τους. Πάντως το μοναδικό σκοπό που είχε ως κείμενο να μη δείχνει ότι ο δρόμος που μας υποδεικνύεται είναι ο δρόμος του καταστροφικού εναγκαλισμού μας και πάλι μαζί τους, χάρη στην προσεγμένη επίδειξη ηθικολογίας, σχεδόν τον πετυχαίνει. Πρέπει κανείς να το αναγνώσει με προσοχή, για να διαγνώσει τις μύχιες βλέψεις των συντακτών του, την πραγματική σκοπιμότητά τους και την παραπλανητικότητα του λόγου τους.
Η πρόθεσή τους να δείχνει το κείμενο ακομμάτιστο είναι εμφανής αλλά και προφανής, για να πιάνει τόπο η δημαγωγικότητα που εμπεριέχεται στο «ακομμάτιστο». Πίσω από το «ακομμάτιστο» κρύφτηκαν και στις δημοτικές εκλογές που τους δώσανε την πλειοψηφία και τους αναθέσανε την ευθύνη να ασκούνε καθήκοντα δημοτικής αρχής και όχι βέβαια να προπαγανδίζουν σε εθνικές εκλογές την πολιτική ενός κόμματος που και οι ίδιοι ντρέπονται να πούνε το όνομά του. Εν πάση περιπτώσει σ` αυτό τον τύπο δημαγωγίας του «ακομμάτιστου» επιδίδονται αρκετά. Αλλά η διάθεσή τους να δημαγωγήσουν δεν εξαντλείται μόνο σ` αυτό τον τύπο. Χρησιμοποιούνται και όλοι οι άλλοι τρόποι. Ο ρητορισμός, η μονοπώληση τίμιων διαθέσεων και η συνακόλουθη κυρίως χρήση εννοιών αξιακά φορτισμένων, όπως είναι το έθνος, η πατρίδα, το αίσθημα ευθύνης… και τα απειλητικά τους, που αποτελούν γονιμότατο έδαφος για δημαγωγική καλλιέργεια. Αλλά αυτή, όπως όλοι μας ξέρουμε, επιτελείται κατά κανόνα πάνω σε πραγματικές σχέσεις και συνδέσεις αυτών των εννοιών, όχι σε ανύπαρκτες και μη λογικές. Στο συγκεκριμένο όμως κείμενο δεν ξέρουμε γιατί προτιμήθηκε το δεύτερο. Να το αποδώσει κανείς σε υποκειμενική αδυναμία είναι πολύ δύσκολο. Τόση εννοιολογική άγνοια είναι κάτι δυσεύρετο. Να το αποδώσει σε πρόθεση; Πάλι δύσκολο. Ποιος θέλει να δείχνει τόσο αδαής. Γιατί σ` αυτή τη δεύτερη μέθοδο, που ακολουθήθηκε και που δεν έχει βέβαια μεθοδολογική εντιμότητα,  γίνεται ολοφάνερη εδώ η αδυναμία σύλληψης ορθών σχέσεων μεταξύ των εννοιών και αποτύπωσής τους. Ως προς αυτό είναι που χωλαίνει το κείμενο σοβαρά και περισσότερο αποκαλύπτει, παρά αποκρύπτει.
Αρχίζει το κείμενο με το θέμα των εκλογών. Για να γίνει δημαγωγική εκμετάλλευση της αέναης σημασίας τους προσφεύγουν στον εντυπωσιασμό της ρητορικότητας, στη στρέβλωση των εννοιών, στην αντιστροφή της πραγματικότητας και στη διατύπωση ακόμα και διττού ψεύδους, ότι αυτοί είναι οι μόνοι που θεωρούν τις εκλογές αναγκαίες και ότι εξαιτίας αυτού η δική τους πρόταση είναι η μόνη που καθιστά τις εκλογές δημοκρατική λύση και δημοκρατική διέξοδο. Για να μη γίνεται όμως αντιληπτό το διττό αυτό ψεύδος, λαμβάνει χώρα προηγουμένως μια προεργασία συσκότισης των πραγμάτων, ώστε μέσα σε ένα θολό εννοιολογικό και συλλογιστικό τοπίο, να μη φαντάζει ψευδής ο καταληκτικός τους ισχυρισμός. Ονομάζονται, λέγεται στο κείμενο, οι εκλογές κρίσιμες από πολλούς, χρήσιμες από διπλάσιους και αναγκαίες από τους ίδιους, ενώ δεν υπάρχουν καν αυτές οι κατηγοριοποιήσεις ούτε βέβαια οι αντιστοιχήσεις προς τους ονοματοδότες – αναδόχους των χαρακτηρισμών. Οι δύο μάλιστα πρώτες κατηγοριοποιήσεις γίνονται για την ομοηχία και μόνο που έχουνε τα δύο επίθετα, άρα για εντυπωσιασμό και μόνο.  
Όλοι μας, όσοι πιστεύουμε στο πολίτευμα της Δημοκρατίας, όταν κάνουμε λόγο γι` αυτό και μιλώντας γενικά για τις εκλογές, τις θεωρούμε χρήσιμες και αναγκαίες για τη λειτουργία αυτού του Πολιτεύματος. Αναγκαίες τις θεωρούμε επίσης, όταν πιστεύουμε ότι σε ειδικές περιστάσεις συντρέχουν λόγοι έκτακτης διεξαγωγής τους.  Κρίσιμες τώρα μπορεί να χαρακτηρίζονται, συνήθως όταν είναι ήδη προκηρυγμένες και όταν είναι πράγματι κρίσιμες,  είτε διεξάγονται αυτές τακτικά είτε έκτακτα. Πάντως το κάθε κόμμα τις χαρακτηρίζει σχεδόν κάθε φορά έτσι, για να συσπειρώνει τους ψηφοφόρους του. Δεν υπάρχει επομένως μια ορισμένη κοινωνική ομάδα ή πολιτικό κόμμα που να έρχεται σε αντιστοίχηση με τον έναν ή τον άλλο από τους τρεις χαρακτηρισμούς. Ετούτες τώρα οι εκλογές, ενώ ήτανε για πολλούς μας αναγκαίες, δε γινότανε αποδεκτή η αναγκαιότητά τους από τους αρμόδιους θεσμούς, ώστε να τις προκηρύξουν, και μόνο η αποτροπή της εκλογής προέδρου της δημοκρατίας τις κατέστησε και θεσμικά αναγκαίες. Άρα δε γίνανε αναγκαίες, επειδή εκ των υστέρων και πολύ μετά την προκήρυξή τους, τη στιγμή που συντάχθηκε το κείμενο και για τις δικές του ανάγκες,  τις ονομάσανε αυτοί αναγκαίες. Οι ίδιοι μάλιστα ήτανε κατά των εκλογών και έως την ώρα της προκήρυξής τους και κάνανε το παν, ώστε να μην προκηρυχθούν. Και, ενώ δεν υπάρχει καμιά πραγματική βάση σε τέτοιους ισχυρισμούς αλλά και στους προηγούμενους εννοιολογικούς συσχετισμούς, διατυπώνονται με διατυμπάνιση μάλιστα. Πρόβλημα όμως μεγάλο έχουν και οι άλλες συσχετίσεις που γίνονται μεταξύ των επιθέτων που χαρακτηρίζουν τις εκλογές και των συνοδευτικών τους, που κανείς δεν ξέρει αν είναι αίτια ή και αιτιατά, γιατί κανείς δεν ξέρει περί τίνος πρόκειται πραγματικά, έτσι αυθαίρετα που γίνονται οι εννοιολογικοί συσχετισμοί. Δε θα επιμείνω όμως άλλο σ` αυτό.
Για την ενόχλησή τους τώρα που το «αφοριζόμενο» κόμμα επιζητούσε αυτοδυναμία τι να πω; Δεν πάει αισθητικά τουλάχιστον να την αποκηρύσσει εκείνος που την κατέστησε, αντιδημοκρατικά βέβαια, εφικτότατη, για να επωφελείται ο ίδιος πολιτικά επί δεκαετίες και να οδηγεί τη χώρα σταθερά προς την καταστροφή. Ωστόσο η εξασφάλισή της από το αποκηρυσσόμενο κόμμα, είτε της ίδιας είτε της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, που είναι ισοδύναμο σχεδόν και το ίδιο άδικη, θα είναι μια μορφή αποκατάστασης τη δικαιοσύνης, στην αρνητική, ελλιπή της έστω μορφή. Γιατί η θεά της Νέμεσης, που υπάρχει για τέτοιες περιπτώσεις, τιμωρεί με «μπούμερανγκ» αυτούς που θεσπίσανε αυτή την αδικία. Τότε που την καρπωνότανε εκείνοι επικροτούσανε την άδική επίτευξή της, τώρα γιατί τους εξεγείρει; Αλλά πρέπει, είπαμε, να μη φαίνεται ότι είναι οι ίδιοι εκείνοι άνθρωποι.
Η πατρίδα και το έθνος και ο διχασμός του και η αντίστοιχη ευθύνη είναι φυσικότατα λέξεις που διαπερνούν το κείμενο, για να γίνεται πειστική η μονοπώλησή τους μέσω της δημαγωγικότητας που εν δυνάμει εμπεριέχουν ως έννοιες και να υποδηλώνεται ευθαρσώς ότι οι άλλοι προς τους οποίους απευθύνεται η παραίνεση του κειμένου, δεν τρέφονται από τέτοια αισθήματα και καλά είναι να τα αποκτήσουν. Ευτυχώς δε γίνεται η παραπομπή σε βορίδεια μέθοδο απόκτησης. Δεν εξετάζω όμως τι θυμίζουν αυτά τα κηρύγματα ούτε με απασχολεί η ρηχότητα της σκέψης, που θεωρεί το θέμα της κρίσης εθνικό και όχι ταξικό, αφού αυτοί δεν ακούσανε ποτέ τίποτα περί κυριαρχίας των ισχυρών σε μια κοινωνία και στην Ευρώπη σήμερα όπως και στην ανθρωπότητα ολόκληρη. Είπαμε ότι πρέπει να κάνουν τον κουφό, αφού κρύβονται. Με απασχολεί όμως ο συλλογισμός τους ότι, επειδή το διακύβευμα των εκλογών είναι εθνικό, πρέπει στις εκλογές αυτές να συνταχθούμε μαζί τους. Είναι οι γνήσιοι εκφραστές της εθνικής ιδέας, μας λένε περίπου, και επιπρόσθετα δεν είναι καθόλου οι ίδιοι με τους πριν, είναι οι σοφότεροί τους. Οι καταστάσεις «μας έκαναν σοφότερους» μας διαβεβαιώνουν έμμεσα, για να πιστέψουμε στο κρύψιμό τους και να πειστούμε πως δεν είναι εκείνοι, αλλά άλλοι, σοφότεροι εκείνων.
Εμείς όμως τη δική τους τωρινή προσχηματική σοφία την είχαμε πραγματική ανέκαθεν, γι` αυτό και δεν πηγαίναμε μαζί τους. Επομένως και, αν ακόμα η δική τους σοφία δεν ήτανε προσχηματική, αλλά πραγματική, δε θα μας ήτανε χρειαζούμενη. Εμείς έχουμε τη δική μας σοφία και την έχουμε οδηγό στις ενέργειές μας και ξέρουμε ότι αυτοί που μας καλούνε σε σύμπραξη μαζί τους είχανε κάποτε επί δεκαετίες την τύχη τη δική μας και όλου του έθνους στα χέρια τους και αποδείχθηκαν ανίκανοι να τη διαχειριστούν, φέρνοντάς μας κρίση και καταστροφή. Είδαμε επίσης ότι προσδώσανε και εθνική διάσταση στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουνε κυβερνητικά την καταστροφή μας. Ως και μέρος της Αριστεράς πήγε μαζί τους. Αποτέλεσμα κανένα. Εξακολουθούμε να είμαστε ριγμένοι σε λάκκο αφανισμού. Αλλά η σοφία μας μας λέει πάλι ότι δεν πρέπει να πιστεύουμε ότι θα μας βγάλουν από το λάκκο αυτοί που μας ρίξανε. Τι μας λείπει, για να αναθέτουμε τη σωτηρία μας στους καταστροφείς μας; Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ή τα μάτια μας; Βλέπουμε επομένως: Όσες κοινωνίες πήραν τους καταστροφείς τους για σωτήρες, σβήσανε. Γι` αυτό και όλες οι κοινωνίες σβήνουν πρώτα τους καταστροφείς τους. Και έτσι σώζονται οι ίδιες. Υπό τον όρο πάντα ότι υπάρχει δημοκρατία. Γι` αυτό σβήσανε και οι ίδιοι και δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουν. Αυτό που επιχειρούν οι δύο αρχηγοί τους, τέως και τωρινός, να ανασυστήσουν θρύψαλα με μάζεμα κόκκων σε ξεχωριστό σακουλάκι ο καθένας, γέλιο λύπησης προκαλεί μόνο. Το σύστημα, πριν καλά καλά γίνει η λαϊκή επικύρωση της εξόφλησής τους, έριξε στην πολιτική νέο αρτιμελές άλογο στη θέση των κουτσών, «το Ποτάμι», για να τρέφει ελπίδες να διασωθεί.
Τα περί ευδαιμονίας και πολιτικού συστήματος και καπιταλισμού, ποιος από τους δύο δεύτερους πρόσφερε το πρώτο κι αν καλά έκανε, άκρη δε βρίσκει κανείς, όχι επειδή δεν είναι και σε καλά ελληνικά διατυπωμένα («…με μοναδικό στόχο την κατάληψη της εξουσίας» λέει το τέλος σχετικής παραγράφου, όπου σύμφωνα με τη σύνταξη πάει στον καπιταλισμό η επιδίωξη, ενώ θέλουνε να την αποδώσουνε στο πολιτικό σύστημα), αλλά επειδή δεν πρέπει να γίνεται σαφές ότι μια τέτοια επιδίωξη πάει στον εαυτό τους, που αποτελούσανε το πολιτικό σύστημα. Για τον ίδιο λόγο γίνεται και η απόκρυψη της διασύνδεσης, της διαπλοκής που λέμε, μεταξύ του δικού τους πολιτικού συστήματος και του κυρίαρχου παγκόσμια καπιταλιστικού συστήματος. Ο δικός τους Σημίτης όμως ήτανε εκείνος που έσπρωχνε προεκλογικά το λαό να βάλει τα χρήματά του στο Χρηματιστήριο. Θα ανέβαινε ο δείκτης πάνω από τις 7.000 μονάδες, έλεγε, και θα πλουτίζανε.  Τα έβαλε ο κοσμάκης και τα χάσανε. Να μιλήσουμε και για τους άλλους, τους λίγους ανάμεσα σε πολλούς, Τσοχατζόπουλο, Μαντέλη, εκατομμυριοφόρο Τσουκάτο, που δεν του έχει ασκηθεί ακόμα καμιά δίωξη; Οι μόνιμα προτιμημένοι από τον ψήφο τους ήτανε όλοι αυτοί οι πολιτικοί εκπρόσωποι της διαπλοκής.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η παραπέρα παρακολούθηση της εμβρίθειας και εμβάθυνσης που χαρακτηρίζουν τις αναφορές τους, ιδίως όταν αναζητούνται αίτια και ευθύνες: «Σε λάθος βάση», διατείνονται, τοποθετείται ο δημόσιος διάλογος και οι αντιπαραθέσεις, όταν «ψάχνουμε να βρούμε ΠΟΙΟΣ φταίει, προσδοκώντας κομματικά οφέλη, και όχι Τι φταίει, γιατί εκεί κρύβεται η ευθύνη όλων μας». α. Η κατάληξη αυτή βέβαια είναι το «μαζί τα φάγαμε» σε άλλη διατύπωση. Αλλά τουλάχιστον αυτοί που τα φάγανε πράγματι μαζί τους ας μη βλέπουν την απαλλαγή τους στην καθολίκευση. Φαίνεται καθαρά ότι η γενίκευση γίνεται για κατασκευή κρύπτης. β. Οι συντάκτες του κειμένου αφήνουνε να εννοηθεί για τον εαυτό τους, «δια της εις άτοπον απαγωγής βέβαια που καταλήγει στον εαυτό μας», ότι εκείνοι μόνο δεν προσδοκούν κομματικά οφέλη, ενώ οι άλλοι αυτά μόνο προσδοκούν. Για να νιώθει όμως κάποιος την ανάγκη να παρουσιάζει τον εαυτό του πολιτικό αγγελούδι, σημαίνει ότι φέρει έντονα τα μελανά στίγματα πάνω του και ότι είναι ορατά στους άλλους, και πρέπει εξάπαντος να εξαφανιστούν. Κρύβοντας τον πολιτικό εαυτό τους, τα πολιτικά τους πεπραγμένα πιστεύουν ότι πετυχαίνουν την εξαφάνισή τους. Η διαγραφή όμως μιας προσωπικής ιστορίας δια της προσωπικής αμνησίας είναι δυνατή. Η διαγραφή της Ιστορίας ή κομματιού της είναι αδύνατη. Γι` αυτό και είναι εκτεθειμένοι πάντα στη θέα των ανθρώπων. Το βλέπουν αυτό και κρύβονται με πολλούς τρόπους. Το βλέπουμε. Γιατί το μόνο που τους μένει είναι αυτό που κάνουν, να κρύβουν το πρόσωπό τους. Τουλάχιστον όσο ζούνε «να μην τους φτύνουν οι καιροί» καταπρόσωπο. γ. Βέβαια στην προτροπή να μετακινήσουμε τη ματιά μας προς το «τι φταίει» εμπεριέχεται δυνητικά αυτή η εξαφάνισή τους, το κρύψιμό τους, γιατί μπορεί να φύγει η ματιά μας από τους ίδιους που είναι οι υπαίτιοι. Δυνητικά όμως.  Ποιος πιστεύει σήμερα ότι τα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα πέφτουν από τον ουρανό, δεν έχουνε τους ανθρώπους συντελεστές και ότι δεν έχουν την ευθύνη οι συντελεστές τους; Ή μήπως πιστεύουμε σήμερα ότι είναι ίδια η ευθύνη αυτών που τα προκαλούν με αυτών που τα υφίστανται;
«Δεν έχουμε», λένε σε κάποια συνέχεια, «ξεκαθαρίσει ως κοινωνία αν τα μνημόνια έφεραν την κρίση ή η κρίση τα μνημόνια κι ας είναι η απάντηση αυτονόητη, ότι η οικονομική κρίση έφερε τα μνημόνια». Ευτυχώς όμως που αυτή η νοητικά υστερημένη κοινωνία έχει τους φωστήρες της, για να της λένε αυτό που δεν μπορεί η ίδια να συλλάβει «η οικονομική κρίση έφερε τα μνημόνια». Αλλά κι έναν τυχαίο βλάκα που θα συναντήσεις στο δρόμο, αν ρωτήσεις, θα σου δώσει την ίδια απάντηση με των φωστήρων. Γιατί επομένως μόνοι τους ρωτάνε και μόνοι τους απαντάνε σε τέτοια ερωτήματα; Δε βλέπουνε τον πιθανό κίνδυνο να εκπηδήσουνε ασύνειδες συσχετίσεις.
Ιδού όμως και ένα δείγμα ποιητικής χρήσης του πολιτικού λόγου. Απολαύστε το: «Παίρνουμε τη φλόγα της προοπτικής από τη φωτιά που άφησε η κρίση και αφήνουμε τις στάχτες σε αυτούς που θέλουν να μας τρομάξουν ή να μας φέρουν δώρα όπως οι Δαναοί». Η λανθάνουσα γλώσσα πόση αλήθεια κρύβει! «Από τη φωτιά που άφησε η κρίση» και που είναι η φωτιά της καταστροφής, παίρνουνε τη φλόγα αυτής της καταστροφικής φωτιάς και τη βάζουνε ως φλόγα στην προοπτική τους. Εδώ είναι που τους ξεφεύγει η ομολογία. Για μας πάντως πολύ καλά κάνουνε που κρατάνε τη φλόγα της καταστροφής στην προοπτική τους· για να βλέπουμε ότι η καταστροφή μας συνεχίζει να βρίσκεται στη δική τους προοπτική. Ας μου επιτραπεί όμως μια σύσταση: Προσοχή στη γλώσσα, για να μη ματαιώνετε εξυπαρχής κάθε προσπάθεια που κάνετε να κρυφτείτε.
Εκεί όμως που η δημαγωγική τους πρόθεση ξεπερνάει κάθε όριο είναι στην αστόχαστη εκμετάλλευση αφορισμού του Καζαντζάκη, που ούτε κάτι σχετικό με αυτό που θέλουν να πούνε λέει ούτε οι ίδιοι πιστεύουν στην αλήθεια του. Επειδή όμως θέλουνε μέσω και της αστραφτερής αλήθειας του αφορισμού αυτού αλλά και του ονόματος του Καζαντζάκη να δημαγωγήσουνε οδηγούνται στην απερίσκεπτη θέση αποκλεισμού της ελπίδας από τη ζωή μας (και από την πολιτική), ώστε να μη φοβόμαστε και χάνουμε τη ελευθερία μας, καθώς θεωρούν την ελπίδα πηγή του φόβου. Ο «επιθανάτιος» όμως αφορισμός του Καζαντζάκη για την περίπτωση της αναφοράς του είναι απόλυτα αληθής, ότι είναι ελεύθερος(Ο Καζαντζάκης), επειδή δεν ελπίζει σε τίποτα(μεταθανάτιο). Εκεί πράγματι συναρτάται η ελευθερία με την ανυπαρξία ελπίδας αλλά και φόβου. Στην πολιτική μας όμως ζωή και στη ζωή μας γενικά είναι δυνατό να πιστεύουμε και να υποστηρίζουμε πως δεν πρέπει να υπάρχει ελπίδα, γιατί αναιρεί τάχα την ελευθερία μας; Όταν διατυπώνουνε τέτοιους ισχυρισμούς, ξέρουνε τι λένε; Δε βλέπουν ότι επικαλούνται κάτι αντίθετο από αυτό που θέλουν να πουν; Καλός ο εντυπωσιασμός και θεμιτός, ας πούμε, αλλά δεν πρέπει να κοιτάζουμε τι λέει αυτό που θα χρησιμοποιήσουμε για εντυπωσιασμό; Αυτοί εξάλλου ούτε που πιστεύουν στο περιεχόμενο αυτού του αφορισμού. Πώς επικαλούνται για εντυπωσιασμό και δημαγωγία κάτι που δεν το πιστεύουν; Γιατί σε αντίθεση με τη γενναιότητα του Καζαντζάκη, οι ίδιοι είναι έντρομοι μπροστά στο θάνατο και τρέχουν ασθμαίνοντας στις εκκλησιές να σταυροκοπηθούν, μήπως και αποσπάσουνε την πολυπόθητη λύπηση από τον Παντοδύναμο και καταφέρουν να σωθούνε. (Αλλά και για να συλλέγουν ψήφους τρέχουνε στις εκκλησιές, μην το ξεχνάμε.) Ο αφορισμός του Καζαντζάκη είναι βόμβα στα θεμέλια της πίστης τους, βόμβα που κάνει σκόνη τη θρησκεία τους. Τι δουλειά έχουν αυτοί τώρα με τέτοια σατανικά πράγματα; Και όμως, επειδή πρέπει οπωσδήποτε να κρυφτούνε, τρέχουν και σε τρύπες που δεν υπάρχουν. Οι παραισθήσεις τους τις κάνουν υπαρκτές και παραισθήσεις έχουμε, όταν υπάρχει λαχτάρα…και να κρυφτούμε.   
Συνεπώς δεν είναι προσωπικότητες του Δήμου μας αυτοί που υπογράφουν το κείμενο, ούτε θέλουν να αυτοανακηρυχθούν σε κάτι τέτοιο. Δεν είναι κοινωνική ομάδα περιφρούρησης της εθνικής ευθύνης. Άτυπο σωματείο είναι πληγέντων από την άνοδο του αποκηρυσσόμενου κόμματος. Κοινοί και ευτελείς προπαγανδιστές προσωπικών τους βλέψεων και ιδιοτελειών. Τι να κάμνανε όμως; Να διαγράφανε τη διάθεση για ζωή; Φύσει αδύνατο. Θέλουνε και αυτοί, όπως και κάθε ζωύφιο, να διασωθούν. Και καταντάνε «κρυμμένα κορμιά». Κρίμα τους, ειλικρινά!

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

ΕΜΠΑΘΕΙΣ ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΕΣ ΣΥΝΔΗΜΟΤΩΝ ΜΑΣ



Ογδόντα εφτά τον αριθμό συνδημότες μας υπογράφουν κείμενο τετρασέλιδο με την παραίνεση «Ακούστε μας».(Εφημερίδα «Απόψη» Θέρμης). Δε μας λένε ως ομάδα ποιοι είναι, τι είναι, πώς συμβρέθηκαν και αποφάσισαν να προβούν σε κοινή παραίνεση. Είναι προσωπικότητες του Δήμου μας ή θέλουν να ανακηρύξουν τον εαυτό τους σε κάτι τέτοιο; Είναι κοινωνική ομάδα περιφρούρησης της εθνικής ευθύνης ή κάποιο σωματείο πληγέντων από την άνοδο του αποκηρυσσόμενου κόμματος; Δεν αναγράφουν τη συλλογική τους επωνυμία, για να ξέρουμε, ενώ από τα ονόματα που υπογράφουν γίνεται φανερό ότι είναι όλοι τους της δημοτικής παράταξης του Δημάρχου Θέρμης, που ανήκει στο Πασόκ. Μαζί τους και ο πρώην βουλευτής του ίδιου κόμματος κ. Γερανίδης, που υπογράφει δεύτερος μετά την πρώτη υπογραφή του Δημάρχου. Γιατί όμως ως πολιτική ομάδα δεν αναγράφουν την επωνυμία τους; Τι τους υπαγορεύει να την αποκρύπτουν; Για να μη φορτώσουν στο κόμμα τους και άλλες αήθειες, που δε σηκώνει, ή για να φαντάζουν ακομμάτιστοι και να έχει κάποια εμβέλεια ο λόγος τους, καθώς θα είναι ακραίος κομματικά, δημαγωγικός πέρα για πέρα και νοηματικά τελείως ασυνάρτητος;
Δεν είναι καθόλου δυσεξήγητο γιατί το κάνουνε, για να κρύβονται. Υπάρχει μεγάλη τέτοια ανάγκη. Και όλοι μαζί συγχρόνως πώς να χωθούνε σε τρύπα να κρυφτούν. Ένας ένας γίνεται. Αλλά γιατί όμως να κρύβονται; Η απάντηση βρίσκεται σ` αυτό που γράφαμε κάποτε γι` αυτούς: «Έχουνε χάρη που ζούμε σε δύσμορφες εποχές και η δική τους ομοιότητα με αυτές τους ανακηρύσσει επικεφαλής και ρυθμιστές των τυχών μας. Όμως αργά ή γρήγορα οι καιροί αλλάζουν και γίνονται έμορφοι. Τότε θα δούμε πού θα βρούνε τρύπα να κρυφτούνε, για να αποκρύψουνε τη «δυσμορφία» τους που δεν εξαφανίζεται με τίποτα»(Ανάρτηση 28.02.14). Η προσπάθειά τους λοιπόν να κρύψουνε τη «δυσμορφία» τους αποτελεί επιβεβαίωση της ύπαρξής της αλλά και ομολογία της.
Η παρέμβασή τους πάντως ως δημοτικής παράταξης, χωρίς την επωνυμία της έστω, δεν είναι κάτι συνηθισμένο για τα πολιτικά μας χρονικά. Και στα πιο δύσκολα χρόνια της Δεξιάς δε γινότανε αυτό, δημοτική παράταξη να υποδεικνύει στους δημότες ποιο κόμμα να ψηφίσουνε σε εθνικές εκλογές. Πρόεδροι, Δήμαρχοι ή άλλοι αξιωματούχοι το κάμνανε και η Εκκλησία προπάντων. Όχι όμως δημοτική παράταξη.
Επειδή λοιπόν ως πολιτική οντότητα δεν έχουνε πρόσωπο καθαρό και πρέπει να το κρύβουνε, δεν μπορούν να μας πουν ποιοι είναι και πόσο καλοί είναι και μας λένε μόνο ποιον να καταψηφίσουμε. Κι ενώ ο καθένας μας στο δημοκρατικό πολίτευμα που ζούμε έχει το δικαίωμα να ανήκει σε κάποιο κόμμα και να το υπερασπίζεται, προβάλλοντας τα θετικά του αλλά και τα αρνητικά των άλλων κομμάτων, παρόλα αυτά δεν το κάνουνε. Υποδεικνύουν απλώς ποιο κόμμα δεν πρέπει να ψηφίσουμε, δηλώνοντας την άρνησή τους σε κάτι, όχι την κατάφασή τους. Δεν προτείνουν θέση παρά άρνηση. Και πού να βρούνε τη θέση. Κονιορτό της Ιστορίας τους κατέστησαν οι καιροί για τα ανομήματά τους. Να προτείνουνε την ανασύσταση κόκκων σε θρύψαλα; Και αυτό κάποια στιγμή το κάνουνε, αλλά χαμένος κόπος. Το ξέρουνε. Τους μένει λοιπόν η θέση της άρνησης σ` αυτό που οι καιροί το φέρανε να τους συντρίψει. Τους διακατέχει η απέχθειά τους προς αυτό και η εμπάθεια να το πολεμήσουν. Γι` αυτό και δεν υπάρχει θέση, για να συντελείται αντιπαράθεση και να λειτουργεί ο διάλογος και η δημοκρατία. Αλλά θα πρέπει να λαμβάνουν καλά υπόψη τους αυτό που με βεβαιότητα γνωρίζουν, πως κάθε αρνητική πρόταση, όπως και η αρνητική διαφήμιση, δε θεωρείται καθαρά δημοκρατική πράξη. Κρίνεται αντιδημοκρατική. Συγκαταλέγεται μόνο σε ανεκδοτολογικές συμπεριφορές, ωσάν εκείνη του γείτονα, που σε αντίθεση με τους άλλους δύο που ζητούσανε προηγουμένως από το θεό κάτι θετικό, αυτός ζητούσε να «ψοφήσει» ο γάιδαρος του γείτονά του.
«Και το ανθρώπινο υλικό του τι θ` απογίνει;», ρωτούσαμε πάλι γι` αυτούς τότε. «Εκείνο(το Πασόκ) πνέμα ήτανε και ως πνέμα εξέπνευσε κι έφυγε από τον κόσμο, εχάθει. Οι άνθρωποί του όμως, ηγέτες, στελέχη, οπαδοί, ψηφοφόροι, ων ουκ εστιν αριθμός, που έχουνε σάρκινη ύπαρξη και δεν εξαϋλώνεται, ώστε να μην είναι ορατή, πού θα πάνε να κρυφτούνε, για να μη φαίνονται και τους φτύνουνε οι καιροί, πώς θα καταστήσουνε τον εαυτό τους αόρατο, πέστε μου;». Αναρωτιόμασταν.
Και βρήκανε τον τρόπο. Ανώνυμοι ως ομάδα και μετέωροι, αφού το κόμμα τους «εξέπνευσε», «αιωρούνται σαν εναπομείναντα σωματίδια στο πολιτικό μας στερέωμα και, βγαίνοντας στην προεκλογική γύρα» των εθνικών εκλογών τώρα, μας υποδεικνύουνε ποιους να καταψηφίσουμε. Τους πληροφορούμε ότι δε χρειαζότανε και μια νέα προσθήκη αήθειας, για να οδεύσουμε πιο αποφασισμένοι στη δική τους πρώτα απ` όλα καταψήφιση.
  
ΥΓ. Για τη "σύσταση" του κειμένου που υπογράφουν θα μιλήσουμε μετά τις εκλογές, για να μπορέσουν ανεπηρέαστοι να ψηφίσουν με αίσθημα εθνικής ευθύνης. Μια που λείπει από μας, ας αποτυπωθεί τουλάχιστον από εκείνους εκλογικά

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

ΟΙ ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΙ



(Κάτι σαν συνέχεια)

Ας γίνεται η αμφισβήτησή τους, οι δύο κόσμοι υπάρχουνε και, επειδή ακριβώς υπάρχουνε, καταβάλλονται προσπάθειες εξαφάνισης των διαφορών τους, ώστε να εκλείψει η εικόνα του ενός και να παραμένει ορατά υπαρκτός μόνο ο άλλος κόσμος, αυτός που διαμορφώνεται, συγκροτείται και «εγκαθίσταται» από την κυρίαρχη τάξη. Ο δεύτερος όμως κόσμος, ο αντίπολικός του πρώτου και αντίπαλός του συνάμα, υπάρχει εξίσου και είναι ο κόσμος που πλάθεται με τα όνειρα λύτρωσης των καταπιεσμένων και δυστυχισμένων του πρώτου κόσμου, η σωτήρια αγκαλιά τους.
Υπήρχανε ανέκαθεν αυτοί οι δύο κόσμοι, γιατί ανέκαθεν στην ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών όσοι είχανε δύναμη, ένας ή και περισσότεροι, την επιβάλλανε στην κοινωνία τους και την καθυποτάσσανε, για να καρπώνονται τα οφέλη της καθυπόταξής της*. Ανέκαθεν επίσης τα καθυποταγμένα μέλη της κοινωνίας, που ήτανε σύνολη σχεδόν η κοινωνία ή η μεγάλη της πλειοψηφία,  εκδηλώνανε λυτρωτικές διαθέσεις με διάφορους τρόπους, με το τραγούδι τους, με τους αλληγορικούς μύθους, με ανυπακοές ή και με βίαιες αντιδράσεις ακόμα και με επαναστάσεις. Η πορεία της ανθρώπινης ιστορίας δεν είναι τίποτα άλλο από την αμφίπλευρη πάλη ποιος από τους δύο κόσμους θα είναι επικρατέστερος. Συχνότερα αναδεικνύεται ο κόσμος των ισχυρών, που είναι από τη μια λίγοι και ως εκ τούτου είναι ευχερέστατη η σύμπραξή τους, και από την άλλη έχουνε πάντα όλη την πολιτισμική δύναμη στα χέρια τους μαζί και την οπλική. Ο άλλος κόσμος μπορεί να εκφράζει το μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας, αλλά δεν το περιέχει παρά μόνο δυνητικά. Και απαιτείται, για να γίνει η δυνητική ένταξη και πραγματική, συσπείρωση, πράγμα δυσχερέστατο ανέκαθεν. Γιατί κάθε συσπείρωση, όχι γύρω από τον πόλο της εξουσίας, που δεν είχε ποτέ ιδιαίτερες δυσκολίες, αλλά γύρω από έναν αντίπαλο ιδεολογικό και κοινωνικό πόλο προϋποθέτει πρακτική δυνατότητα επικοινωνίας κατ` αρχήν, κάτι ανέφικτο σχεδόν σε προηγούμενους καιρούς, ευρεία ανταλλαγή και σύγκλιση απόψεων επιπλέον, αλλά και συνταύτιση, όπως και όραμα κοινό, που θα ενώνει τα πλήθη και θα τους εμπνέει αγωνιστική διάθεση. Προϋποθέτει την κοινή πίστη σε κοινή ιδεολογία και προοπτική. Εξαιτίας όμως της δυσχέρειας αυτής  ο δεύτερος κόσμος υστερεί σε δυνατότητα συγκρότησης και «εγκατάστασης». Η εφαρμογή του προσκρούει επί πλέον σε παγιωμένα ισχυρά συμφέροντα και τελεσφορεί μόνο όταν αυτά καμφθούν. Γι` αυτό απαιτείται η μαζική συμμετοχή, το αγωνιστικό σφρίγος και η διάθεση για θυσίες.
Ο πρώτος κόσμος λοιπόν, που δεν έχει πρόβλημα κατασκευής και εγκατάστασης, είναι αυτός των ισχυρών, ο κόσμος της ζούγκλας, το αντίγραφο της κοινωνίας των ζώων, που έχει ως κύρια «αξιακή» κατεύθυνση την υπερίσχυση δια του ανταγωνισμού. Και, όταν αυτή δεν επιτυγχάνεται χωρίς την ένοπλη βία, γίνεται τότε καταφυγή στη χρήση της, επιδιώκεται η επίτευξή της με πολέμους. Είναι ο εφιαλτικός κόσμος της δύναμης των λίγων.
Έχοντας πλούσια την εμπειρία του η Ευρώπη, που γαλουχήθηκε και μας γαλούχησε με τα νάματα του δυτικού ανθρωπισμού, του ανθρωπισμού των αρχαίων μας προγόνων, συνενώθηκε, για να κάνει πράξη το όραμα του δεύτερου κόσμου και χάραξε πορεία πραγμάτωσής του. Κατά την πορεία της όμως κατορθώθηκε πάλι η επικράτηση της βούλησης των ισχυρών, όλης της γης τώρα, με απεριόριστες και ακαταμάχητες τις δυνατότητες επιβολής τους, και η βούληση των «δήμων» της Ευρώπης καθυποτάχθηκε στων ισχυρών. Επήλθε η κρίση που τη χώρα μας τουλάχιστον την έπληξε σχεδόν θανάσιμα, γιατί και ως χώρα εκπροσωπούμε το αδύνατο μέρος.
Ακολούθησαν, όπως ήτανε φυσικό, αντιδράσεις. Πρώτη και μαζικότερη ήταν εκείνη που η σημασία της ακυρώθηκε με τρόπο τρομακτικά ανέντιμο και τραγικό, με την επί τούτου τέλεση τριών φόνων. Γίνεται λόγος για «προβοκάτσια», γιατί δύο γεγονότα μου εμφυτεύουν αξερίζωτη την ιδέα αυτή στο μυαλό μου: Η λειτουργία της συγκεκριμένης τράπεζας τις ώρες εκείνες και την ημέρα εκείνη, αλλά και η επιτυχία που είχε η πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού. Έκτοτε αντιδράσεις μαζικές δεν υπήρξαν, αναιμικές μόνο και σποραδικές, που περισσότερο ενθαρρύνανε με την αναιμικότητά τους τις μνημονιακές κυβερνήσεις παρά τις απειλούσαν. Ο πολιτικός χώρος που θα μπορούσε να τις εκφράσει εξάλλου ήτανε κατακερματισμένος. Ούτε η φούσκα των αγανακτισμένων, που με έξυπνο φύσημα των Ισπανών φούσκωσε, μπορεί να θεωρηθεί αντίδραση άξια λόγου, σε σημασία βέβαια, όχι σε μαζικότητα. Εξαιτίας της έλλειψης ιδεολογικής συνοχής και κοινής ελπίδας ακολουθήθηκε σε πολλές περιπτώσεις και ο τραγικός δρόμος της προσωπικής αυτοκαταστροφής. Παράλληλα όμως και σε ευρωπαϊκές χώρες που χτυπήθηκαν καίρια από την κρίσι εκδηλώθηκαν παρόμοιες αντιδράσεις με το λαό της Ισπανίας σε ρόλο πρωταγωνιστή, και αρχίζει πλέον σε πανευρωπαϊκό επίπεδο να μορφοποιείται ένα όραμα επαναφοράς του ανθρωπισμού στη γηραιά Ήπειρο και να σφυρηλατείται ταυτόχρονα πανευρωπαϊκό μέτωπο κατά της επιβολής των ισχυρών στους λαούς της Ευρώπης.
Στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή οι συλλογικές αντιδράσεις στη χώρα μας αλλά και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο βρήκανε την πιο συμπυκνωμένη πολιτική τους έκφραση στον «αριστερό», σε εισαγωγικά αν θέλετε,  κομματικό σχηματισμό του Σύριζα, που παρουσιάζεται υπερασπιστής του αιτήματος αυτού και διαλαλητής του. Δεν είναι όμως πρωταρχικής σημασίας ποιος το υπερασπίζεται και πόσο θέλει πράγματι την υλοποίησή του ή κατά πόσο θα μπορέσει να τη φέρει σε πέρας, όπως και το θέμα του χρόνου, αν τώρα ή μετά.. Την πανευρωπαϊκή συστράτευση την κάνουνε οι καιροί, όχι ο Σύριζα. Είναι αίτημα και κάλεσμα της Ιστορίας. Πρωταρχικής επομένως σημασίας είναι ότι ο δεύτερος κόσμος, που είναι ο δικός μας κόσμος, έχει σαρκωθεί και η εγκατάστασή του προβάλλει ως αίτημα πια δικό της. Αν θα επιτευχθεί ή όχι δεν εξαρτάται από τη διάθεση ή τη δυνατότητα προσώπων και κομμάτων. Τα πρόσωπα και τα κόμματα έρχονται και παρέρχονται, εμφανίζονται στον ορίζοντα της υλοποίησης και μετά μπορεί να εξαφανιστούν. Η πραγμάτωσή του εξαρτάται από εμάς τους πολλούς, από τα πλήθη των μαζών, που είμαστε πάντα οι κύριοι συντελεστές των πραγματώσεών του, από τη στάση τη δική μας. Αν εμείς οι πολλοί δεν είμαστε προσηλωμένοι, δεν αγωνιστούμε αταλάντευτοι για την επίτευξή του, ο στόχος εκπίπτει, γίνεται ματαιωμένος κουρνιαχτός της Ιστορίας. Αυθυπόστατος, ακέραιος και ζωντανός μένει μόνο όταν εμείς είμαστε καθηλωμένοι σ` αυτόν, αν τον ατενίζουμε με μάτια ορθάνοιχτα και αν προσμένουμε, παρόντες και άγρυπνοι πάντα, να ηχήσουν οι σάλπιγγες της εφόδου, αν «κατακλειδικά» είμαστε διαχρονικά στη θέση μας, στη φύλαξη των αιώνιων Θερμοπυλών μας.  
Δεν έχει σημασία πάλι αν ο πόθος μας εκπληρωθεί σήμερα ή αύριο ή μεθαύριο, και το μεθαύριο μπορεί να είναι και δεκαετία μετά ή και εκατονταετία, σημασία έχει ότι υπηρετούμε το όραμα μας πιστά και επίμονα. Οι κρίσιμες ιστορικές διεργασίες και μεγάλες πολιτικές αλλαγές θέλουνε πολύ χρόνο, για να συντελεστούν, επέρχονται σε μακροδιαστήματα της Ιστορίας με συνεχή και ισχυρή μαζική πίεση, όχι αυτόματα και δια μιας.
Το βάρος φυσικά για την εγκατάσταση του δεύτερου κόσμου, του δικού μας κόσμου πέφτει στην Αριστερά. Είναι δικό της πλάσμα πάντα. Η δικιά της ιδεολογία εμπεριέχει ως πρώτη αξία την ισότητα των ανθρώπων. Αυτήν προβάλλει και ως πρώτο της αίτημα και την έχει έμβλημά της. Αν οι αριστεροί δεν αγωνιστούμε να γίνει ο κόσμος όλος ένα και να φέρουμε την ισότητα στη ζωή των ανθρώπων, ποιος θα περιμένουμε να μας τη φέρει; Οι χριστιανοί; Έχουν τα δικά τους μελήματα οι άνθρωποι, πώς να σώσουν την ψυχή τους. Δεν είναι μαζί μας.
Ψυχανεμίζομαι πάντως σ` αυτή την προεκλογική στιγμή ότι μάλλον βρισκόμαστε μπροστά στην αρχή πανευρωπαϊκής πολιτικής κοσμογονίας. Η αγρανάπαυση της Ιστορίας έχει μάλλον τελειώσει.

Η προδοσία*
Στα χρόνια τα πολύ παλιά ο πρώτος πρόγονός μας
Επήρε την απόφαση να ζει μαζί με άλλους
Για να τους έχει συντροφιά σαν πάει στο κυνήγι
Μονάχος να μη μάχεται με τ` άγρια θηρία
Και να `χει φίλους κι αδερφούς σαν τρώει και σαν πίνει

Δεν άργησε όμως ο καιρός να γίνει εχθρός του ο φίλος
Τη δύναμή του κι ο αδερφός να την υψώνει σκήπτρο
Να έχει εκείνος τα πολλά, οι υπόλοιποι τα λίγα
Κι έγινε αφέντης στη φυλή, κάθε λαλιά της πνίγει
Κι είν` από τότε καθεστώς τα άνισα μερίδια

Έπειτα μύθους έπλασε να πάρει η βία σέβας
Θέλημα είναι του Θεού να `χει αυτός το σκήπτρο
Που `χει τη φύση ξέχωρη, γαλάζιο αίμα φέρει
Κι η κόρη του τι όμορφη! Σαν να `ναι παραμύθι
Πριγκίπισσα την είπανε, πριγκίπισσα τη λέμε.

*Τραγούδι που έγραψα για ομώνυμο πίνακα του ζωγράφου Γιώργου Ιωαννίδη. Επίκειται έκθεση των έργων του και συναυλία συγχρόνως με δικά μου τραγούδια, αντίστοιχο το καθένα σε πίνακά του. 

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Σχολιασμός άρθρου του κ. Γιανναρά



Ισοπεδώσεις ανεπαίσθητα αθέμιτες

Ο κ. Γιανναράς σε άρθρο του στην «Καθημερινή»(11.1.15) αξιολογεί τους προέδρους των δύο κομμάτων που διεκδικούν τη διακυβέρνηση της χώρας, θεωρώντας και τους δύο ανίκανους να διαχειριστούν τις τύχες της. Δε με ενδιαφέρει τόσο η συμπερασματική κατάληξη του αρθρογράφου, όσο ο συλλογιστικός τρόπος που οδηγεί εκεί.
Πολύ καλά κάνει και πολιτικολογεί ο κ. Γιανναράς όχι μόνο σ` αυτό το άρθρο αλλά και γενικότερα. Η πολιτικολογία δεν πρέπει να θεωρείται ποτέ κάτι κακό, αντίθετα θετική συμβολή πάντα στην επίλυση των κοινών προβλημάτων. Ούτε είναι κάτι κακό που στέκει ο αρθρογράφος πολύ κριτικά έως και μηδενιστικά απέναντι στις ικανότητες των δύο προέδρων και στη δυνατότητά τους ν` ανταποκριθούν στο ρόλο που θέλουνε να αναλάβουν. Αν αυτό είναι η πραγματικότητα, γιατί να μην το κάνει. Το γεγονός επίσης ότι απέναντι και στους δύο τηρεί την ίδια στάση, εξίσου τους θεωρεί ανίκανους, προσδίδει στο κείμενό του φαινομενικά τουλάχιστον μια αμεροληψία, το κάνει να φαντάζει υπερκομματικό. Έχει εντωμεταξύ ο λόγος του και την απαιτούμενη ευπρέπεια, ώστε να θεωρεί ο αναγνώστης πραγματικές τις αρετές του κειμένου που επισημαίνουμε. Είναι όμως έτσι;
Θα μας βοηθούσε βέβαια ο συντάκτης του άρθρου να σταθούμε καλά στην κριτική μας απέναντί του, αν διαφαινόταν στην όλη πορεία της σκέψης του μια ενιαία ραχοκοκαλιά – παίρνω σκόπιμα αυτή τη λέξη που φαίνεται να τη συμπαθεί – εκπορευμένη από αντίστοιχη ιδεολογική στάση. Η ανυπαρξία της μας δυσκολεύει. Δεν είναι καθόλου εύκολη η διαλογική αντιμετώπιση ενός ελεύθερου σκοπευτή, που τη μια βάλλει από τον ένα λόφο και την άλλη από τον άλλο. Αρνητικά σε μια κοινωνία μπορεί, «μετακινούμενος», να εντοπίσει κανείς άπειρα και να σφυροκοπά. Είναι όμως άλλη διαδικασία, πολυσύνθετη και κοπιώδης, η ένταξη όλων αυτών των αρνητικών στην προοπτική αντιμετώπισής τους από μια ενιαία ιδεολογία.
Μεγαλύτερη ωστόσο εντύπωση κάνει η θεμελίωση της σκέψης σε επουσιώδη ζητήματα, όχι σε πρωτεύοντα. Και είναι αρκετά επουσιώδες ζήτημα, όταν, προβαίνοντας κάποιος  σε πολιτικές αξιολογήσεις ενός κόμματος,  παίρνει ως βάση το πρόσωπο του προέδρου και μόνο. Παρόλο που στην περίπτωση ετούτη ευνοείται ο πρόεδρος του Σύριζα, καθώς πλεονεκτεί συγκριτικά έναντι του αντιπάλου του, σύμφωνα με όσα επισημαίνονται και στο κείμενο. Αλλά στο πολίτευμα της δημοκρατίας βαρύνουσα θέση έχει ο δήμος και όχι το πρόσωπο του πρώτου της Βουλής και το πολίτευμα αυτό επινοήθηκε, για να έχει το σύνολο τις τύχες της κοινωνίας στα χέρια του, όχι ο μεσσίας. Και στα δημοκρατικά κατ` επέκταση κόμματα η βάση τους, σε καταστατική σύμπραξη με τα όργανά τους, περιλαμβάνεται εδώ και ο πρόεδρος, είναι αυτά που καθορίζουν την ιδεολογία και την εν γένει πορεία του κόμματος. Το κόμμα δεν είναι ο αρχηγός, αλλά τα μέλη του, η οργανωτική του οντότητα, η ιδεολογία αυτού του κόμματος, οι θέσεις του και τα προγράμματά του. Ο αρχηγός αποτελεί απλή έκφρασή τους. Συγγνώμη για τις κοινοτοπίες. Όμως έτσι είναι και πάνω σ` αυτά θα πρέπει να βασίζεται κάθε αξιολόγηση και κάθε κριτική που γίνεται σ` ένα κόμμα. Ως προς αυτή τη βάση τα δύο κόμματα δεν έχουν τίποτα το κοινό μεταξύ τους, παρά μόνο ότι είναι πολιτικά κόμματα και διεκδικούν την εξουσία, για να εφαρμόσει το καθένα το δικό του ιδεολογικό και πολιτικό πρόγραμμα. Κάθε άλλη προσωποκεντρικού χαρακτήρα εκτίμηση δεν είναι πολιτική ή δημοκρατικά πολιτική. Παραπέμπει στο πάγιο αντιδημοκρατικό ερώτημα όλων των δημοσκοπήσεων «Ποιον θεωρείτε καταλληλότερο ως Πρωθυπουργό;». Κι ενώ λοιπόν δεν υπάρχει τίποτα κοινό ανάμεσα στα δύο αυτά κόμματα ως προς τις λύσεις που προτείνουν για τα κοινά μας προβλήματα, αν θέλει κανείς την εξομοίωσή τους, για να αχθεί στο μηδενισμό και των δύο, εξομοιώνει τους αρχηγούς και η εξομοίωση έχει επιτευχθεί.
Όμως αυτή η εξομοίωση παίρνει ακόμα πιο αυθαίρετες διαστάσεις, όταν επεκτείνεται και στον καταμερισμό ίδιων ευθυνών. Είναι άλλος ο βαθμός ευθύνης του κόμματος που νομοθετεί και δημιουργεί έννομες αρνητικές καταστάσεις σε μια κοινωνία και άλλος του κόμματος που δεν μπόρεσε με την καταψήφισή τους να εμποδίσει τις νομοθετήσεις. Ξέρω ότι λέω κοινοτοπίες πάλι, αλλά έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη από το συντάκτη του άρθρου. Όπως δεν είναι καθόλου ίδια η διαπλοκή και η ευθύνη μεταξύ ενός κόμματος, που έχει αναγορεύσει θεσμοθετώντας τα ΜΜΕ σε όργανα κυβερνητικής προπαγάνδας, για να προσπορίζεται κατ` αποκλειστικότητα πολιτικά οφέλη, και ενός κόμματος που δεν έχει καμιά ευθύνη για τέτοιου είδους θεσπίσεις, γιατί εναντιώθηκε σ` αυτές και επιπρόσθετα στο προεκλογικό του πρόγραμμα εξαγγέλλει την αποκατάσταση του δημοκρατικού τους ρόλου.  
Δε θα κάνω συγκεκριμένες αναφορές σε σημεία του κειμένου που «βγάζουν μάτι», παρά μόνο σε ένα, εκεί όπου γίνεται λόγος για αξιοκρατία, για να φανεί η χασματική διαφορά ανάμεσα στην ιδεολογική οπτική του κ. Γιανναρά και στη δική μου τουλάχιστον, που θέλω να πιστεύω ότι εκφράζει και τον ανθρωπισμό της αριστερής ιδεολογίας. Διατείνεται λοιπόν ο κ. Γιανναράς πως δεν υπάρχει αξιοκρατία στη χώρα μας και εξαιτίας της απουσίας της δεν υπάρχει ήθος κλπ. Προσωπικά έχω αντίθετη άποψη, αξιοκρατία πιστεύω ότι υπάρχει και στη δική μας κοινωνία αλλά και παγκόσμια. Η Αμερική ηγείται του κόσμου όλου αξιοκρατικά, αλλά και οι δικοί μας πολιτικοί που μας εκπροσωπούν στο Κοινοβούλιο, προσωπικά πιστεύω πάλι, είναι αρκετά άξιοι, αν όχι οι αξιότεροι. Αξιοκρατία έχουμε, η ισότητα μας λείπει και η ανθρωπιά. Κι ενώ στο κείμενο αφήνεται να νοηθεί θετική συσχέτιση, όμως η αξιοκρατία δεν έχει  - και γιατί να έχει; - θετική σχέση με τον ανθρωπισμό και την «ηθοκρατία». Αντίθετα με τα αντίθετά τους έχει, με τη βαρβαρότητα και τη διαφθορά. Γιατί είναι πάρα πολύ φυσικό: Κάποιος που αναγνωρίζεται από μια κοινωνία ως ικανότερος απαιτεί και επιβάλλει, δικαιωματικά πιστεύει, καλύτερη μεταχείρισή του από τη μεριά της, περισσότερη αμοιβή για το ιδιαίτερο έργο που προσφέρει σαν ικανός που είναι και, αν δεν του δοθεί, θα βρει χίλιους δυο τρόπους, εξωηθικούς, εξωανθρωπιστικούς, έκνομους για να εξασφαλίσει την αντάξιά του αμοιβή.  Πέραν αυτού η αξιοκρατία αντιβαίνει πάντα προς την ισότητα, την οποία εκτοπίζει από τη ζωή μας. Προσωπικά περίμενα από ένα λόγιο εκπρόσωπο της χριστιανικής ιδεολογίας να διατηρεί κάποια σύνδεση με το ανθρωπιστικό αίτημα της ισότητας και να το προτάσσει.
Το κείμενο λοιπόν του κ. Γιανναρά φαίνεται σε πρώτη ματιά ασύνειδα απολίτικο. Δεν είναι ασύνειδα, αλλά συνειδητά και αναπότρεπτα απολίτικο, γιατί δεν ήτανε διαφορετικά δυνατή η υποβολή της δικής του ιδεολογίας, που δεν τολμά να την εκθέσει, γιατί τον εκθέτει, και η διάσωσή της που έπρεπε πάση θυσία να διενεργηθεί. Η εξομοίωσή της όμως με την αντίπαλη ιδεολογία και η μηδένιση της ηθικότητας κι εκεινής ήτανε ένας διασωστικός τρόπος. Το τίμημα βέβαια ή η θυσία η κάποια στρέβλωση της λογικής υποχρεωτικά. Και προσωπικά, για να τελειώνω, βρίσκω πολύ πιο υπεύθυνα τα κείμενα των πολιτικών κομμάτων κάθε πλευράς από τούτο εδώ, που στην προσπάθειά του να αποκρύψει αυτό που θέλει να πει παρακάμπτει κανόνες λογικής συναγωγής συμπερασμάτων.