"Λέξω προς αιθέρα"

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Περί οικονομίας


  Οι «γεωπόνοι» δείχνουν τον «πόνο» τους
  κλείνοντας τους δρόμους των «άπονων»
(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο «Αντί» στις 28.01.2005, τεύχος 835. Πιθανόν να βρίσκει εδώ κάποιος την εξήγηση της οικονομικής κρίσης, όχι μόνο της δικής μας. Γι` αυτό και αναδημοσιεύεται)  

Αν δοθεί στη λέξη πόνος η αρχαία σημασία της, του μόχθου, τότε μια ελεύθερη απόδοση του τίτλου θα ήταν: Οι “αρουραίοι” που επιμένουν να θέλουν να αναγνωριστούν ως άνθρωποι.
Δεν είναι καινούριο το φαινόμενο να βρίσκονται σε δεινή οικονομική θέση οι αγρότες, που εκπροσωπούν έναν κύριο πρωτογενή τομέα παραγωγής. Από τα αρχαία χρόνια ως και το μεσαίωνα η θέση τους ήτανε δεινή. Ποτέ σχεδόν δεν είχανε δική τους γη κι εργαζότανε είτε ως δούλοι είτε ως δουλοπάροικοι στις γαίες των μεγαλοκτημόνων και των φεουδαρχών. Ασκούσαν τη σκληρή χειρωνακτική τους εργασία, χωρίς ωράριο βέβαια, παίρνοντας ως αμοιβή έναν ισχνό επιούσιο. Κάθε είδους αντίδραση ήτανε αδύνατη φυσικά, ενώ καλλιεργημένοι μύθοι, που υποβάθμιζαν την εργασία τους με το αιτιολογικό της βαναυσότητάς της, καθησυχάζανε τις συνειδήσεις τους για την αδικία που διαπραττόταν εις βάρος τους. Στην αναγκαία προσθήκη τους αυτοί οι μύθοι αναγνωρίζανε τη σπουδαιότητα της πνευματικής εργασίας όπως και την “κοπιαστικότητά” της, για να δικαιολογείται η πλουσιοπάροχη απολαβή των αγαθών της παραγωγής από τους ασκητές πνευματικού έργου, που ανήκαν πάντα στις ανώτερες τάξεις. Έπρεπε λοιπόν σύμφωνα με τους μύθους αυτούς δικαιωματικά να απολαμβάνουν οι πνευματικοί εργάτες περισσότερα αγαθά και να ικανοποιούν τις απαιτήσεις τους. Ο Αριστοφάνης, που είδε από τότε τη συμπαιγνία τέτοιων μύθων, καυτηριάζει στους “Όρνιθες” την απληστία σε υλικά αγαθά του πνευματικότατου Σωκράτη, λέγοντας χαρακτηριστικά: “Σφάζει αρνιά και χύνει αίμα, για να πάει να πιει το πνεύμα, γιατί και στην κάτω χώρα είν` τα πνεύματα αιμοβόρα”.(Μετάφραση: Βασίλη Ρώτα)
Οι ίδιοι μύθοι, ότι η πνευματική εργασία είναι πιο κοπιαστική από τη χειρωνακτική και πιο παραγωγική, κατ` επέκταση και πιο σημαντική, άρα και άξια αδρότατης αμοιβής, διατηρούνται και στις μέρες μας θεωρητικά και έμπρακτα, χωρίς ν` αλλάζει ουσιαστικά και η πραγματικότητα. Παρόλο που οι αγρότες σήμερα είναι κάτοχοι γης και η κατοχύρωση κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων έχει περιλάβει και αυτούς, εξακολουθούν ωστόσο να βρίσκονται σε δυσχερέστατη θέση, οικονομική και κοινωνική. Απόδειξη η μαζική εγκατάλειψη της υπαίθρου. Πήραν των ομματιών τους και φύγανε οι άνθρωποι από τα χωράφια τους και τα χωριά τους με όλες τις οικονομικές, κοινωνικές και εθνικές συνέπειες που συνεπάγεται η φυγή αυτή. Η ανυπαρξία κατοίκων στην περιφέρεια, ο μαρασμός της, το χάσμα της ανισότητας σε θέματα ανάπτυξης και ζωής μεταξύ κέντρου και περιφέρειας και η δημιουργία ανησυχητικότατων δημογραφικών προβλημάτων για τη χώρα μας ήτανε από τις πιο βασικές*.
Όμως όλα αυτά δεν ήταν σύμπτωμα παρέμβασης τυχαίων παραγόντων, αλλά αποτέλεσμα των δομών και των ιεραρχήσεων του συστήματος, τις οποίες κανείς δεν μπορεί να ανατρέψει, καθώς ορίζονται από την οικονομική ισχύ του επικρατέστερου, που δεν αποτελεί μόνο την κορυφή της πυραμίδας αλλά και τον αρχιτέκτονά της. Εκείνο δε που εντυπωσιάζει στη δομή της και στην κατανομή της δύναμης είναι ο αντίστροφος χαρακτήρας τους σε σχέση με την “πρωτογένεια” της παραγωγής. Όσο πιο μεταπραττικός είναι ο χαρακτήρας της οικονομικής δραστηριότητας τόσο ψηλότερα στην πυραμίδα του συστήματος βρίσκονται οι δράστες της, ενώ απωθημένοι στη βάση της βρίσκονται ο δευτερογενής και πρωτογενής τομέας. Ο διαφημιστής του διαφημιστή για παράδειγμα βρίσκεται πιο ψηλά από το διαφημιζόμενο διαφημιστή, ο οποίος είναι ίσως πιο ψηλά και από τον κάτοχο των μέσων διαφήμισης, ενώ ο τελευταίος βρίσκεται οπωσδήποτε πιο ψηλά από τους διακινητές των προϊόντων, δηλαδή τους εμπόρους, και αυτοί πολύ ψηλότερα απ` όσους ασκούν δευτερογενή και τριτογενή παραγωγή. Ένας επάλληλος λοιπόν μεταπραττισμός συνιστά την όλη πυραμίδα με κορυφαίο τον υπερμεταπραττισμό, όπου είναι συγκεντρωμένη η περισσότερη οικονομική δύναμη που καθορίζει και τις ιεραρχήσεις του συστήματος, και τελευταίο τον πρωτογενή τομέα. Η πυραμίδα αυτή έχει παγκόσμιες διαστάσεις και όχι τοπικοεθνικές, αφού το οικονομικό σύστημα που αντιπροσωπεύει είναι παγκοσμιοποιημένο. Γι` αυτό και η απειλή της ή η κατάρρευσή της είναι δυνατές και από ένα μόνο άτομο, εφόσον αυτό βρίσκεται στην κορυφή της. Γλαφυρή αποτύπωση της ενότητας αλλά και της ολιγαρχικότητάς του συστήματος είναι η έκφραση, που λέγεται υπό τύπο αστειότητας και που δείχνει ανάγλυφα την πιο τραγική κατάληξη της οργάνωσης του συλλογικού βίου του ανθρώπινου είδους, “Άμα φτερνιστεί η Αμερική, κρυολογεί η Ευρώπη”, οπότε γίνεται αμέσως αντιληπτό πόσο πρέπει να εύχεται ο καθένας μας να μείνει η πάθηση της Αμερικής στο πλαίσιο του φτερνίσματος, γιατί, αν τύχει και εξελιχθεί σε κρυολόγημα, αλίμονο σε όλους μας.
Οι αγρότες τώρα όχι απλώς δεν μπορούν να ανέβουν σε άλλη βαθμίδα της πυραμίδας αλλά ούτε να ενισχύσουν καν τη θέση τους εκεί στη βάση που είναι, εξαιτίας βέβαια και εγγενών αδυναμιών της παραγωγικής τους δραστηριότητας. Η ευπάθεια των προϊόντων τους από τη μια, σε αντίθεση με τα βιομηχανικά προϊόντα, και οι μεγάλες δυσκολίες ανάπτυξης συντονισμένης και ισχυρής συνδικαλιστικής δράσης από την άλλη, τους καθιστούν τελείως ανυπεράσπιστους απέναντι στις βουλιμίες τόσο των μεσαζόντων, που εμπορεύονται τα προϊόντα τους, όσο και των προμηθευτών τους σε γεωργικά μηχανήματα και λιπάσματα ή φάρμακα  Η έλλειψη επίσης κάθε υπόβαθρου συνεταιριστικής σύμπραξης στη χώρα μας τους κάνει ακόμα πιο ευάλωτους. Έτσι το υπάρχον οικονομικό σύστημα επιφυλάσσει στον Έλληνα τουλάχιστον αγρότη μια κατώτατη ταξικά θέση, που επιτρέπει την πολλαπλή εκμετάλλευσή της από τις ανώτερες τάξεις, και αρκετά εξαθλιωμένη, πράγμα που οδήγησε τους γόνους των αγροτών στη μαζική φυγή τους, όπως είπαμε, προς τα αστικά κέντρα, όπου αστοποιημένοι πια και ενταγμένοι στις μεταπραττικές τάξεις που απομυζούν το εισόδημα του αγρότη, παρέχουν τις υπηρεσίες τους. Κι αν έλεγε κανείς ότι σήμερα στη χώρα μας τα παιδιά των αγροτών πίνουν το αίμα των γονιών τους, για να μιλήσουμε αριστοφανικά”, δε θα ήτανε εκτός κυριολεξίας. Αυτό το γνωρίζουν οι αγρότες και λίγο έλειψε σε προηγούμενες κινητοποιήσεις τους να “λιντσάρουν” ένα δικό τους παιδί, τον υφυπουργό Γεωργίας του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος διασώθηκε τελικά όχι επειδή επικαλέστηκε τη γεωργική του καταγωγή και απέβαλε από τη σκέψη των αγροτών τη μαρξιστική και ορθή ερμηνεία του ρόλου του, αλλά χάρη στην επέμβαση αστυνομικών δυνάμεων.
Αυτή λοιπόν η πυραμίδα των επάλληλων μεταπραττισμών και της αντίστροφης σχέσης τους με την “πρωτογένεια” της παραγωγής, που συνιστούν κατάφωρη αδικία δημιουργώντας παράλληλα και τεράστιες ανισότητες μεταξύ των κοινωνικών στρωμάτων και των λαών, είναι επενδυμένη με το “πολίτευμα της δημοκρατίας”, και ονομάζεται δημοκρατική, ισοδίκαιη, ηθική, ελεύθερη και ανθρωπιστική. Αν όμως δούμε μέσα σ` αυτή τη θέση του αγροτικού πληθυσμού όπως και άλλων κοινωνικών τάξεων, που βρίσκονται στη βάση της, ασύνειδα τότε η σκέψη μας πάει σε τελείως αντιθετικές καταστάσεις και σχέσεις, εκεί όπου άλλος δίνει το σώμα του και άλλος παίρνει τα λεφτά. Μια ολική επομένως γενίκευση του πορνείου συνιστά το καπιταλιστικό σύστημα που ζούμε και που φιλάρεσκα και ευφημιστικά το ονομάζουν δημοκρατία.
Αλλά τελικά, επειδή ενδεδειγμένη λύση στο πρόβλημα των αγροτών δεν πρόκειται να υπάρξει ούτε σήμερα ούτε αύριο, θα πρότεινα τουλάχιστον να αναλάβει μια οικολογική οργάνωση, που ρίχνει οχιές εδώ κι εκεί στην επαρχία, για να μην εξαφανιστεί το είδος, να ρίξει και γυναίκες – πού θα τις βρει δεν ξέρω – για να μην εξαφανιστεί το γένος και της δικής μας κοινωνίας, αν υποτεθεί ότι χρειάζεται, μια και η επαρχία έπαυσε από δεκαετίες τώρα να παράγει μουσική.

* Στιχουργικά αποδομένη η ερήμωση της υπαίθρου παίρνει την ακόλουθη μορφή. Αργότερα θα «φορτωθεί» στο κανάλι μου στο You Tube με τη μουσική του μαζί

Η ύπαιθρος

                                                                                                                                   
Ένας πατέρας με το γιο                                                                        
Βρέθηκαν σ` ένα χωριό                              
Πώς βρεθήκαν μη ρωτάς                            
Πες τους κάλεσε ο παπάς                            
Ο παπάς κι η παπαδιά                                 
Για αγιασμό στην Εκκλησιά                       

Σε χωριό λοιπόν βρεθήκαν                         
Δέκα σπίτια του ανήκαν                              
Κι οι ανθρώποι καναδυό                             
Όλο κι όλο το χωριό                                  

Ήταν όλοι στην πλατέα                              
Μια γεροντική παρέα                                  
Κάθονταν γύρω τριγύρω                            
Κι ο αργιλές τους φέρνει γύρω                  
Το χασίσι να φουμάρουν                            
Και τη δόση τους να πάρουν                      

Πρόεδρος κι αγροφύλακας                        
Και στη μέση ο παπάς                               
Παραδίπλα η παπαδιά                                
Σε μεγάλη ρουφηξιά                                  

Μένουν άφωνοι κι οι δυο
Ο πατέρας με το γιο                                                  
Πίσω σκέφτονται να πάνε                                         
Μα στον αγιασμό κολλάνε                                        
Πάντως λένε καλησπέρα                                          
Μια και έφευγε η μέρα                                             

Καλησπέρα λεν κι αυτοί                                           
Κι ο καθείς τους απορεί                                            
Τι να θέλουνε οι ξένοι
Μήπως είναι και σταλμένοι 



Ο πατέρας με το γιο                                             
Βγαίνουν απ` το δισταγμό
Νεύμα κάνουν στον παπά
Να τος έρχεται κοντά  
Άγιε πάτερ, τι είναι αυτά;
Όλοι έχετε λουλά!

Να μη βιάζεστε απαντά
Ο καθείς με τη σειρά
Κι αν ακόμα είσαι παπάς
Στην αράδα σου θα πας


Μπείτε στη σειρά κι εσείς
Να χαρείτε στο χασίς
Είναι χόρτο ευλογημένο
Και από το Θεό σταλμένο
Κόβει αμέσως το νταλκά μας
Απ` τη μαύρη ερημιά μας

Μπήκαν στη σειρά κι οι δυο
Ο πατέρας με το γιο
Κι όλοι τους γίνανε ένα
Ίδια μάνα, ίδια γέννα

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΜΕΤΕΚΛΟΓΙΚΗ



Α.  ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΗΣ ΣΛΟΒΑΚΙΑΣ

Κύριε Πρόεδρε,

Συγγνώμη που η ταπεινότητά μου τολμά να απευθυνθεί στην εξοχότητά σας, για να εκφράσει την έντονη ενόχλησή της για την παρέμβασή σας στα ελληνικά πράγματα και τη διατύπωση απειλής πως «Αν οι Έλληνες ακυρώσουν το Μνημόνιο, θα εισηγηθούμε ως χώρα την έξοδό τους από την ΕΕ».
Δε με ενόχλησε τόσο ο χρόνος της παρέμβασής σας, τρεις μέρες πριν προσέλθουν οι Έλληνες στις κάλπες, προκειμένου να αποφασίσουνε για την πορεία της χώρας τους ασκώντας το συνταγματικό δικαίωμα της αυτοκυριαρχίας τους, όσο η παρέμβασή σας καθεαυτή. Και όσο με ενόχλησε η δική σας παρέμβαση δε με ενόχλησαν άλλες ανάλογες, είτε γερμανού αξιωματούχου «Έξω οι λαθρεπιβάτες από την ΕΕ», είτε του Γιούνκερ η σύσταση να μην ψηφίσουν οι Έλληνες το ΣΥΡΙΖΑ, είτε των «Financial Times» της γερμανικής έκδοσης η ανοιχτή τους δίγλωσση επιστολή, που μας συνιστά να ψηφίσουμε το κόμμα της ΝΔ.
Ο φαινομενικός λόγος εκστόμισης της απειλής σας είναι ο προφανής ενστερνισμός εκ μέρους σας των επικρίσεων που δεχόμαστε εδώ και καιρό από τους πάντες σχεδόν, ότι είμαστε τεμπέληδες, φαγάδες, άχρηστοι, διεφθαρμένοι, ενώ τώρα που εκδηλώνουμε την αντίθεσή μας προς το Μνημόνιο, μας προστέθηκαν και οι χαρακτηρισμοί του αχάριστου και του αναιδή. Ο πραγματικός όμως λόγος που υπαγόρευσε την απειλή σας είναι άλλος και το ξέρετε, για να τα έχετε καλά με τους ισχυρούς και να προσπορίζεστε ως χώρα αντίστοιχα οφέλη.
Γιατί δεν είναι δυνατό να μην ξέρετε ότι το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι πρόβλημα μιας μεμονωμένης χώρας με την ΕΕ, αλλά πρόβλημα των αδύνατων οικονομικά χωρών της Ευρωζώνης, του Νότου που λέμε, με τις οικονομικά ισχυρές της ίδιας ομάδας και κυρίως με την κυρίαρχη στην Ευρωζώνη οικονομικά Γερμανία. Δεν είναι δυνατό να μην ξέρετε επίσης ότι προγενέστερο πρόβλημα και γενεσιουργό του προηγούμενου είναι η σχέση της ΕΕ με τις διεθνείς αγορές και την παγκόσμια οικονομική ολιγαρχία, η υποταγή της σ` αυτές και η παραίτησή της ως πολιτικής ηγεσίας, ας έχει τα τυπικά της αιρετής, από το χρέος της να υπερασπίζεται τα συμφέροντα των λαών και όχι των πέντε κερδοσκόπων του πλανήτη μας. Δε βλέπετε ότι η ΕΕ είναι τελείως ανοχύρωτη απέναντι στις κερδοσκοπικές επιθέσεις των λίγων ισχυρών της γης και χώρες μεγάλες με πολυπληθέστατους λαούς, όπως η Ισπανία και η Ιταλία,  κατάντησαν έρμαιά τους; Δε χρειάζεται να είναι κανείς μαρξιστής, για να βλέπει ότι κυρίαρχοι αυτή τη στιγμή δεν είναι οι λαοί αλλά οι λίγοι ισχυροί, ότι πάνω από τη συλλογική βούληση των κρατών – εθνών ή και του μορφώματος της ΕΕ βρίσκεται η βούληση των λίγων, η παντοκρατορία της καταλήστευσης.
Γιατί δεν είναι δυνατό να μην ξέρετε ακόμη ότι στη διοίκηση και λειτουργία της ΕΕ δεν υπάρχει δημοκρατία ούτε θεσμοί που να την κατοχυρώνουν. Επιμελημένα αποφεύχθηκε η δημιουργία τους. Οι ισχυρές και μόνο χώρες διαθέτουν βούληση και την επιβάλλουν ετσιθελικά στις αδύνατες. Δεν το είδατε στην περίπτωσή μας που η Γερμανία και μόνο αποφασίζει για την τύχη μας κι εμείς δεν έχουμε ούτε τη δύναμη να ζητήσουμε πίσω τα δανεικά που της δώσαμε κάποτε ούτε την πολεμική μας αποζημίωση να διεκδικήσουμε;
Γιατί δεν είναι δυνατό να μην ξέρετε πάλι ότι οι Τράπεζές μας, επειδή είναι ιδιωτικές, μπορούν να δανείζονται από την ΕΚΤ με 1% επιτόκιο, ενώ το κράτος, το δικό μας ή άλλο, με 6%. Αυτό δεν είναι εκ μέρους της ΕΚΤ σκανδαλώδης εύνοια υπέρ μεμονωμένων ιδιωτών και παρανοϊκή αισχροκέρδεια εις βάρος των κρατών και των λαών τους;
Θα έχετε επί πλέον ακούσει φαντάζομαι ότι η Γερμανία δανείζεται από τις αγορές με μηδενικό ή και αρνητικό επιτόκιο, ενώ όλες οι άλλες χώρες δανείζονται με τοκογλυφικά επιτόκια. Μήπως η Γερμανία έχει αυτή την ευνοϊκή μεταχείριση από τις διεθνείς αγορές, επειδή επιβάλλει τη δική τους θέληση στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης ή και της ΕΕ; Και πού είναι η ισότητα μεταξύ των χωρών της ΕΕ όπως και μεταξύ των ανθρώπων, που είναι βασική ανθρωπιστική ιδρυτική της ρήτρα. Δεν αποτελέσαμε την ΕΕ για να εκμεταλλεύεται η μια χώρα την άλλη και να την εξωθεί στην εξαθλίωση, αλλά με συνεργασία και αλληλεγγύη, χωρίς καμιά απόκλιση από την αρχή της ισότητας, να οικοδομούμε το κοινό μας μέλλον και όχι το εθνικό υπονομεύοντας το κοινό.
Όλα αυτά τα γνωρίζετε, όπως γνωρίζετε και τον πραγματικό λόγο που σας οδήγησε στην απειλή σας. Για τον ίδιο λόγο ανέκαθεν οι αδύνατοι λαοί επιζητούσαν την εύνοια των δυνατών, για να τα έχουν καλά μαζί τους και να εξασφαλίζουν ένα κομμάτι ψωμί, προκειμένου να επιβιώνουν. Κι εμείς ως λαός αυτό κάμναμε πάντα. Γλείφαμε για να επιβιώσουμε. Κι όταν οι δυνατοί οι κολλητοί μας μας ρίχνανε σε συμφορές, φταίγανε εκείνοι, λέγαμε, που δεν ήταν μπεσαλήδες αλλά μπαμπέσηδες, όχι εμείς που τους κάμναμε ισχυρούς γλείφοντάς τους. Και όσο οι αδύνατοι λαοί θα ακολουθούν την ίδια πολιτική, για να επιβιώσουν, θα δένονται πίσω από τα άρματα των ισχυρών και δε θα ενώνονται μεταξύ τους για να τους αποτινάξουν, και ισχυροί θα υπάρχουν και η στυγνή εκμετάλλευση των αδύνατων ποτέ δε θα σταματήσει.
Πώς είστε βέβαιος, κ. Πρόεδρε, ότι αυτά που κάνουν σήμερα σε μας οι ευρωπαίοι εταίροι μας δε θα τα κάνουνε και σε σας αύριο; Επειδή τους υποβαστάζετε; Οι Ιστορίες όμως των λαών άλλα λένε. Εσείς εξάλλου, που ως Πρόεδρος ξέρετε να ζυγίζετε το συμφέρον του λαού σας και των άλλων λαών, δε νομίζετε ότι η ζημιά που με τη στάση σας επιδιώκετε να προκαλέσετε σ` ένα λαό είναι πολύ ασύμμετρη σε σύγκριση με την ωφέλεια που εσείς θέλετε να αποκομίσετε; Το θέμα της εντιμότητας το αφήνω στην άκρη.

Κύριε Πρόεδρε

Κοινωνίες υπήρχαν και πριν από την ΕΕ και την Ευρωζώνη και μπορούσαν επιβιώνανε. Και σήμερα υπάρχουν άπειρες. Και αυτές μπορούν και επιβιώνουν. Αν η ΕΕ θέλει να είναι ανοχύρωτη και υποταγμένη στις ελεύθερες αγορές και στους κερδοσκόπους, καμιά κοινωνία δεν τη χρειάζεται. Ούτε εμείς. Ούτε κι εσείς. Ούτε βέβαια, επειδή κατέρρευσε ο υπαρκτός σοσιαλισμός, θα ανεχόμαστε τη βαρβαρότητα του καπιταλισμού.  Όλες οι κοινωνίες αυτό κάνανε στο διάβα της ιστορίας τους, αποτινάζανε τις βαρβαρότητες των συστημάτων τους. Εμείς θα είμαστε οι μόνοι στην Ιστορία που θα μένουμε στην υποτέλεια της καπιταλιστικής βαρβαρότητας; Δύο χιλιάδες νεκρούς από αυτοκτονίες έχουμε περίπου ως αυτή τη στιγμή. Άρα έχουμε κηρυγμένο πόλεμο, αφού έχουμε θύματα. Και είμαστε αποφασισμένοι να μη μείνουμε αδιάφοροι απέναντι στην ιδιότυπη θυσία τους και να τους τιμήσουμε όπως τους πρέπει, όπως κάθε λαός κάνει. Οι απειλές σας λοιπόν θα ήτανε, νομίζω, πρέπον να απευθύνονται σε λαούς που δε μάθανε να τιμούνε τους νεκρούς τους. Και τέτοιους λαούς δε νομίζω ότι μπορείτε να βρείτε.

Με υπόληψη

Αλέκος Τζιόλας



Β. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ


Παρά το γεγονός ότι ανάμεσα στις πρώτες και τις δεύτερες εκλογές το διάστημα ήταν μηδαμινό και, ενώ οι διαθέσεις του εκλογικού σώματος φάνηκε να μην αλλάζουν, απλώς οι δύο κύριες αντίπαλες βγήκαν ισχυροποιημένες, το αποτέλεσμα τούτων των εκλογών θα `λεγε κανείς πως δεν έχει καμιά σχέση με των προηγούμενων. Αν και ισάριθμη η αύξηση των ποσοστών των δύο πρώτων αντίπαλων κομμάτων, εν τούτοις οι αναλογίες μεταξύ των δύο αποτελεσμάτων έχουν εξαφανιστεί και η διαφορά που προκύπτει είναι διαφορά μέρας με νύχτα. Αυτή τη νύχτα αρχίσαμε κιόλας να ζούμε για διάστημα που δεν μπορούμε να ξέρουμε τι διάρκεια θα έχει.
Προέκυψε τόση διαφορά, επειδή η αύξηση του ποσοστού της ΝΔ προήλθε κυρίως με άντληση ψήφων από αντιμνημονιακά κόμματα, όπως των «Ανεξάρτητων Ελλήνων» ή και του ΣΥΡΙΖΑ, επιφέροντας έτσι αποδυνάμωση στο αντιμνημονιακό μέτωπο, ενώ η αύξηση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ προέκυψε με άντληση ψήφων από αντιμνημονιακές πηγές μόνο, ΚΚΕ και «Οικολόγους Πράσινους» κυρίως, και ως εκ τούτου δεν ενισχύθηκε το αντιμνημονιακό μέτωπο. Αποτέλεσμα: Τα δύο εξαρχής μνημονιακά κόμματα, ΝΔ και Πασόκ, παρά την ελάχιστη μείωση του δεύτερου, ανέβασαν τα ποσοστά τους στο 42% από το 32%. Συναθροισμένα τώρα εδώ και τα ποσοστά της ΔΗΜΑΡ, που στο μηδαμινό αυτό διάστημα μετεξελίχθηκε σε μνημονιακό κόμμα – αυτός ήτανε άλλωστε ο προορισμός της – οι μνημονιακές πολιτικές δυνάμεις προσεγγίζουν το ποσοστό του 50% σχεδόν, οπότε ισοδυναμούν με τις αντιμνημονιακές, κάτι που δε συνέβαινε στις προηγούμενες εκλογές, όπου το ποσοστό του αντιμνημονιακού στρατοπέδου ήταν πλειοψηφικό με διαφορά. Νικητή λοιπόν αυτών των εκλογών ανέδειξαν οι κάλπες τη Δεξιά, την «ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας», τη «σωτηρία της Ελλάδας», δηλαδή τις δυνάμεις της υποτέλειας, οι οποίες εκτιμήσανε φαίνεται σωστά ότι με την επανάληψη των εκλογών θα είχανε το σημερινό αποτέλεσμα και γι` αυτό δε δέχθηκαν να σχηματίσουν Κυβέρνηση, ενώ μπορούσαν, και επέρριψαν ομόθυμα την ευθύνη στο ΣΥΡΙΖΑ.
Γενικότερα τα αποτελέσματα αυτών των εκλογών δεν ήταν αναπτερωτικά, όπως ήταν τα προηγούμενα, αλλά κάπως σαν απογοητευτικά, γιατί σ`  αυτές τις εκλογές ο λαός φαίνεται να έχει αναιρέσει τον εαυτό του: Εκείνους που είχε καταστήσει πριν ανενεργούς πολιτικά, ΝΔ και Μπακογιάννη, τώρα που τους είδε «σμιγμένους χέρι χέρι» έστω και σε φρικιαστικό σμίξιμο, τους έβαλε μπροστά  Το κόμμα που καταπόντισε κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες, γιατί του επέρριψε την ευθύνη για όλα τα δεινά, σχεδόν δε θέλησε άλλο να το αγγίξει. Τη ΔΗΜΑΡ για την αδιευκρίνιστη στάση της και τις συνακόλουθες αιωρήσεις της την αντάμειψε, έστω λίγο, δίνοντάς της ψήφο διττής αποστολής, για χρήση είτε προς τ`  αριστερά είτα προς τα δεξιά. Κι ενώ ελπίζαμε ότι, όταν ο λαός με αυτοψία μάθει περί «Χρυσής Αυγής», θα άρει την ψήφο του, την ξαναψήφισε. Κάτι λίγα της έκοψε.
Πώς όμως γίνεται, όταν έχουμε τη μάχη των «Θερμοπυλών», ήτοι από τη μια μεριά δυνάμεις, που εκπροσωπούν τη διαφθορά αλλά και την υποτέλεια, και από την άλλη δυνάμεις πολιτικά υγιείς και «αξιοφόρες», να αναδεικνύονται με λαϊκή ετυμηγορία υπέρτερες οι πρώτες; Θα μας το πει ο ποιητής των «Θερμοπυλών»: Μόνο εφόσον επενεργήσει ο Εφιάλτης. Και το ρόλο του Εφιάλτη έπαιξε εδώ η ΔΗΜΑΡ, από «σύνεση» βέβαια και από την ισχυρή της επιθυμία να «διασωθεί η Ελλάδα».
Ο κ. Κουβέλης, λέγαμε την άλλη φορά, ως άτομο δε μετακινήθηκε από την Αριστερά προς τη Δεξιά, όπως έκαναν τόσα και τόσα στελέχη της Αριστεράς, και αυτό, τονίζαμε, τον τιμάει αφάνταστα. Διακριτά όμως στη δεύτερη προεκλογική περίοδο και εμφανέστατα μετεκλογικά κατά τις διαβουλεύσεις για σχηματισμό Κυβέρνησης μετακινήθηκε και ο ίδιος αλλά μαζί με το κόμμα του, που πρόσφατα δημιούργησε. Αν γι` αυτό το σκοπό, δεν το ξέρουμε.
Ας πούμε όμως πάλι ότι ο απώτερος στόχος του κ. Κουβέλη δεν είναι η συμμετοχή του στη νομή της εξουσίας. Προς τι όμως αυτή η πορεία «αποαριστεροποίησής» του, η οποία είναι αδιαμφισβήτητη; Επειδή έτυχε κάποτε να βρεθεί στην Αριστερά, χωρίς να είναι αριστερός, και, όταν το κατάλαβε, ξεκίνησε την όδευσή του προς τα δεξιά, ή ήταν κάποτε πράγματι αριστερός και μετά συνειδητοποίησε ότι η ιδεολογία που πίστευε ήταν εσφαλμένη;  Πάντως, το δήλωνα και σε ανύποπτο χρόνο, οι θέσεις του κ. Κουβέλη ποτέ δεν ήταν αριστερές. Απλώς ενείχαν κριτική, σε ηθική πάντα βάση όχι ταξική, στο πολιτικό σύστημα και στους εκπροσώπους του, όπως και οι θέσεις του πρώην προέδρου του Συνασπισμού κ. Κωσταντόπουλου. Αριστερό προσανατολισμό παίρνει ο Συνασπισμός με πρόεδρο τον κ. Αλαβάνο, ο οποίος υπήρξε και δημιουργός του ΣΥΡΙΖΑ. Από τότε έδειξε ο κ. Κουβέλης ότι δε νιώθει καλά εκεί μέσα και με κάθε τρόπο προσπαθεί να διατηρήσει αυτονομία και οργανωτική στην ομάδα του. Όταν ήρθε ο κ. Τσίπρας στην προεδρία του Συνασπισμού, όπου υπάρχει και ο ΣΥΡΙΖΑ συγκολλημένος, με περισσότερη συνέπεια και έμφαση υπογραμμιζόταν το αριστερό ιδεολογικό στίγμα του μορφώματος αυτού. Ο κ. Κουβέλης τότε, νιώθοντας πια ασφυξία, αποσχίζεται δημιουργώντας τη ΔΗΜΑΡ. Άρα η ιδεολογική και πολιτική του πορεία προς τα δεξιά άρχισε από πιο πριν και τώρα στη φάση των δύο επάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων απλώς ολοκληρώθηκε, για να συμπέσει με τις ανέκαθεν αντίθετές του πολιτικές και ιδεολογικές δυνάμεις, της Δεξιάς αλλά και της διαφθοράς. Είναι εθνικοί οι λόγοι θα μας πει.
Ωστόσο η ΔΗΜΑΡ μαζί και η κα Ρεπούση, που ήδη έκανε τις αλλαγές στο βιβλίο της, τις οποίες απαιτούσαν οι τωρινοί συνεργάτες της που δεν επέτρεψαν την κυκλοφορία του στα Σχολεία, αγαστά θα συγκυβερνάνε με τον Άδωνι και με τον κ. Βορίδη, για να πάρουν σάρκα και οστά αναχρονιστικές ιδεολογίες και υποκουλτούρες της Δεξιάς με ισχυρές τώρα τις δόσεις της ακροδεξιάς. Ήδη αρχίσαμε να τις γευόμαστε με τη δήλωση του κ. Κρανιδιώτη: «Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μόνο βία, ενώ η «Χρυσή Αυγή» είναι βία αλλά και Έθνος». Φαίνεται, μιλώ για την κα Ρεπούση, ότι τους ανθρώπους που σηκώνουν το ανάστημά τους και μετά το κατεβάζουν δεν πρέπει να τους λυπάσαι αλλά και να τους φοβάσαι.
Το καίριο πάντως ερώτημα γιατί ο λαός σε τόσο μικρό διάστημα αναίρεσε τον εαυτό του περιμένει απάντηση και δε νομίζω ότι ο φόβος και οι εκβιασμοί έπαιξαν τον πρώτο ρόλο. Ο κύριος λόγος που αύξησε το ποσοστό της η ΝΔ, το οποίο μόνο του δεν ήταν καθόλου επαρκές για να επιφέρει αντιστροφή - επάρκεια του πρόσδωσε η μετακίνηση της ΔΗΜΑΡ - ήταν η αναπότρεπτη πόλωση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς που χαρακτήρισε αυτές τις εκλογές, στην οποία πόλωση η Αριστερά είτε σύνολη είτε ένα κομμάτι της αδυνατεί φαίνεται να πλειοψηφήσει. Με την πόλωση αυτή, που επαναλαμβάνω ήταν αναπόφευκτη, ξύπνησαν τα αντιαριστερά ανακλαστικά της αστικής τάξης – αστικά στρώματα που είχανε ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ στις προηγούμενες εκλογές τώρα ψήφισαν ΝΔ, λένε οι δημοσκόποι -  και έφεραν την ανατροπή. Άλλωστε την αριστερή ιδεολογία δεν ενστερνίζεται μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, γιατί πέρα από τη διπλή προδοσία της, κατά την εφαρμογή της αλλά και από τους ίδιους τους εκπροσώπους στα καθ` ημάς τουλάχιστον, ούτε ανάλυση άξια λόγου του περιεχομένου της έγινε ποτέ, ώστε να αναδειχθεί το ανθρωπιστικό της περιεχόμενο, ούτε αξιόπιστους ή πειστικούς εκφραστές είχε. Η δε Παιδεία μας σε κάθε της βαθμίδα είναι αμιγώς καπιταλιστική. Η άμιλλα και ο ανταγωνισμός είναι η πρώτη και τελευταία της λέξη.
Εμείς πάντως παρηγοριόμαστε με τον επίλογο των «Θερμοπυλών»: «Και περισσότερη τιμή τους πρέπει…».        



Γ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ, ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ
(Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε για τοπική κομματική χρήση μετά τις Ευροεκλογές. Εδώ δίνεται κάπως συνοψισμένο. Επειδή οι παρατηρήσεις αλλά και οι προτάσεις που γίνονται έχουν πιστεύω την ίδια ισχύ και σήμερα, ίσως και περισσότερη μετά την εμπειρία των προεκλογικών πολυγλωσσιών του ΣΥΡΙΖΑ, το αναδημοσιεύω.)
                           ΠΟΥ ΠΗΓΑΙΝΕΙ Ο ΣΥΡΙΖΑ;
              ΟΠΟΥ ΤΟΝ ΠΗΓΑΙΝΑΝΕ ΤΑ «ΗΓΕΤΑΚΙΑ» ΤΟΥ
Η κρίση σοβούσε. Ήρθε το αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών και ξέσπασε, παρόλο που το μέγεθός του δε δικαιολογούσε ούτε καν εκδήλωσή της. Κι όμως ξέσπασε. Γιατί η κρίση σοβούσε.
Με βάση προηγούμενα εκλογικά αποτελέσματα το ποσοστό των 4,7 μονάδων αποτελεί διατήρηση των εκλογικών του δυνάμεων. Με βάση τις αρχικές δημοσκοπήσεις, αφότου πρόεδρος του Συνασπισμού εκλέχτηκε ο κ. Τσίπρας, το αποτέλεσμα ήτανε συντριβή. Με βάση τις εκλογικές επιδόσεις που είχανε τα άλλα αριστερά κόμματα στην Ευρώπη - γιατί όχι και στη χώρα μας; - το αποτέλεσμα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν επιτυχία. Με βάση τις οργανωτικές και λειτουργικές συνθήκες του «κομματικού» υποκειμένου που πήρε αυτά τα ποσοστά το αποτέλεσμα ήτανε θρίαμβος. Κατόρθωσε εδώ ο ΣΥΡΙΖΑ να εμφανίσει προς τα έξω πραγματική τη συγκολλημένη ενότητα των κομματιδίων που τον απαρτίζουν.
Όμως τι είναι ο ΣΥΡΙΖΑ ιδεολογικά και οργανωτικά;
1. Ιδεολογικά: Ο αντίποδας του ΚΚΕ και αυτό σημαίνει διάνυσμα από τις παρυφές του ΚΚΕ έως τις παρυφές της δεξιάς, με ιδεολογικό δηλαδή πυρήνα αριστερό στη μία του άκρη και δεξιό στην άλλη. Ενδιάμεσα τελείται η διάβρωση ή η φαλκίδευση του αριστερού πυρήνα, που επιφέρει την αντιστροφή του, όσο η ιδεολογική του αλλοίωση πάει προς την άλλη άκρη. Αν κομματικά προσδιορίζαμε το μεσοδιάστημα, θα λέγαμε ότι είναι Πασόκ. Ακόμα κι εκείνοι που απορρίπτουν το ΚΚΕ λόγω «ρεβεζιονιστικής» του απόκλισης από τις ιδεολογικές γραμμές της Αριστεράς  μπορούσαν να αναζητήσουν αλλά και να βρουν πολιτική στέγη στο ΣΥΡΙΖΑ.
2. Οργανωτικά: Αυτός ο ιδεολογικός «πλούτος» επενδύθηκε και οργανωτικά, στο Συνασπισμό αρχικά με την καταστατική κατοχύρωση των «ιδεολογικών» τάσεων και την αναλογική εκπροσώπησή τους στα όργανα, στο ΣΥΡΙΖΑ κατόπιν με την αναγνώριση συνιστωσών, πράγμα που κατέστησε το κόμμα αυτό ένα είδος επάλληλης ομοσπονδίας. Αποτέλεσμα ο ιδεολογικός και οργανωτικός «αχταρμάς». Ούτε κόμμα ούτε απόκομμα, αλλά κομματίδια, που, για να διασώσει το καθένα τον εαυτό του, σε κάποια προεκλογική περίοδο προσεγγίστηκαν προς τεχνητή  συγκόλληση, για να δείξουνε στον κόσμο πως τάχα δίνουνε τα χέρια, πράγμα που φυσικά δεν «έπιασε».
Όμως με κατοχυρωμένες τάσεις ή συνιστώσες δημοκρατία σ` ένα κόμμα δε νοείται.
1. Με τη θεσμική διατήρηση των συνιστωσών διαμορφώνεται στα μέλη μια στενότατη λογική, η «μικρολογική» των τάσεων ή των συνιστωσών, με αποτέλεσμα να μην προσέρχονται αυτά απροκατάληπτα στον κομματικό διάλογο, αλλά προκατειλημμένα και με αποκλειστική επιδίωξη την κατίσχυση της γραμμής της συνιστώσας. Πραγματικός διάλογος τότε δεν υπάρχει.
2. Με την υποταγή του στη συνιστώσα το μέλος γίνεται ηθικά εύκαμπτο, καθώς υποτάσσει την ηθική, τις αρχές της κοινωνίας ή της  αριστερής ιδεολογίας εδώ, στις σκοπιμότητες της «μικρολογικής» της συνιστώσας. Η χρήση του δόγματος «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» δεν είναι προνόμιο μόνο της θρησκείας στην οποία κυρίως αποδίδεται. Είναι επίσης συνηθέστατη πρακτική και των πολιτικών ιδεολογιών και κομμάτων.
3. Τέτοιου είδους καταστατικές κατοχυρώσεις περιέχουν και «απιστία» στη δημοκρατία όπως και στρέβλωσή της.
α) Το αίτημα να διατηρηθεί η ιδεολογική και οργανωτική αυτονομία της τάσης ή της συνιστώσας, αίτημα που έγινε αποδεκτό λόγω της ανάγκης της αλληλεπιβίωσης, δείχνει "απιστία" στη δημοκρατία, καθώς η άποψη του καθενός δεν τίθεται στην ουσία υπό την κρίση των άλλων, ώστε να ελέγχεται η ορθότητά της και να κρίνεται η τύχη της   από την αντοχή της στη διαλεκτική ζύμωση. Από πριν θεωρείται ορθή και κατοχυρώνεται, πριν τεθεί καν σε συζήτηση. 
β) Η δημοκρατία, όπως ξέρουμε, λειτουργεί στη βάση της αρχής της πλειοψηφίας. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει, προκειμένου να παίρνονται αποφάσεις και να διενεργούνται υλοποιήσεις τους. Αδήριτη ανάγκη λοιπόν να γίνεται σεβαστή από όλους η θεμελιακή αρχή της, όπως και αποδεκτή η επικράτηση και η υλοποίηση της άποψης της πλειοψηφίας. Αν όμως αντιμετωπίζονται ισότιμα η απόφαση της πλειοψηφίας με την απόφαση της μειοψηφίας, πέρα από το ότι δεν παράγεται κανενός είδους έργο, συγχρόνως με την εξίσωση αυτή ισοπεδώνονται κατ` αρχήν οι δύο αποφάσεις, ας είναι η μια μειοψηφική και η άλλη πλειοψηφική, και επί πλέον μηδενίζεται η αξία της κάθε άποψης ενός ή πολλών που βρίσκονται μετά το όριο της ισοψηφίας και συνιστούν με την προσθήκη τους πλειοψηφία, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι όλα τα μέλη που συμμετέχουν σε τέτοιου είδους «δημοκρατικές» διαδικασίες ίσα, αφού κάποιων η άποψη δε συνυπολογίζεται καν.
4. Περιέχουν όμως και «απιστία» στη μαρξιστική διαλεκτική, που υλοποιείται με τη σύνθεση των αντιθετικών απόψεων και όχι με τη διατήρηση της ακεραιότητάς τους και μετά την υποβολή τους στη διαλεκτική ζύμωση.
Αν είμαστε κάποιες φορές υποχρεωμένοι είτε στη βάση της αρχής της ομοσπονδίας είτε στη βάση της ομοφωνίας να παίρνουμε αποφάσεις, αυτό γίνεται μόνον όταν έχουμε να κάνουμε  με διαφορετικές πολιτισμικά και συμφεροντολογικά οντότητες, οι οποίες, για να κατοχυρώσουν την πολλαπλή διαφορετικότητά τους αρνούνται την αναλογική συμμετοχή τους ως οντοτήτων, επειδή στην ουσία δεν είναι ίση αλλά μειωμένη αναλογικά με την αριθμητική(πληθυσμιακή) τους υστέρηση. Εδώ δεν πρόκειται βέβαια για ατομικά μέλη ισότιμα, αλλά για γεωγραφικούς και εθνικούς προσδιορισμούς, οριζόντιους θα λέγαμε, και αυτού του είδους οι προσδιορισμοί δημιουργούν πρόβλημα στην εφαρμογή της θεμελιακής αρχής της δημοκρατίας. Τα κόμματα όμως, όπως και το κράτος ή το κράτος-έθνος, έχουν ενιαία γεωγραφικά και εθνικά κάθετη ανάπτυξη και αντιμετωπίζουν τους πολίτες ανεξάρτητα από την περιφέρεια διαμονής τους ως ίσους και ισότιμους. Στις περιπτώσεις επομένως που δεν έχουμε ίση και ισότιμη αντιμετώπιση των πολιτών ή των μελών ενός κόμματος, έχουμε κατάλυση της αρχής της ισότητας.
Αυτό, η κατάλυση της ισότητας, ξεκάθαρα εμπεριέχεται στη θεσμική κατοχύρωση των τάσεων στο Συνασπισμό από παλιά και των συνιστωσών στο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα. Διότι τα μέλη τότε δεν είναι μονάδες, αλλά ομάδες, άρα δεν αντιμετωπίζονται ως ξεχωριστές ισότιμες οντότητες παρά μόνο ομαδοποιημένα, σαν ομάδες, οι οποίες με βάση την αριθμητική τους δύναμη καθορίζουν και την αξία της κάθε οντότητας μέσα στο συρραμμένο ολικό μόρφωμα. Γι` αυτό δεν είναι τυχαίο που τα μέλη τα ανένταχτα σε συνιστώσα δεν έχουν κανένα κομματικό δικαίωμα, ενώ των υπολοίπων, των ενταγμένων σε συνιστώσα, η δυνατότητα επίδρασης είναι ανάλογη με την αριθμητική δύναμη της συνιστώσας. Έτσι τα πιο προνομιούχα μέλη στο ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτά του Συνασπισμού, που απολαμβάνουν όλα τα δικαιώματα και διαθέτουν τη μεγαλύτερη εσωκομματική δύναμη κρούσης.
Η απόφαση που πάρθηκε τελευταία, εξισορροπητική τάχα, να δημιουργηθούν τοπικές οργανώσεις παράλληλες προς τις υπάρχουσες ήδη του Συνασπισμού, ήταν κατά την άποψή μου προϊόν πολλαπλής παράνοιας, διότι:
α) Είναι ατελέσφορη. Ούτε πολύ ανθρώπινο δυναμικό προσκείμενο στο ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει διαθέσιμο, για να επανδρώσει τις οργανώσεις αυτές, ούτε διάθεση για ενεργή συμμετοχή σε κόμματα υπάρχει πια στην ελληνική κοινωνία. Άρα δεν υπάρχει πλεόνασμα ανθρώπινων δυνάμεων αλλά ούτε και χρημάτων, για να αποφασίζεται η σπατάλησή τους στη δημιουργία οργανώσεων - φαντασμάτων.
β) Δεν είναι διάλογος και δημοκρατία το να συζητάνε και να συνθέτουν τις απόψεις τους χωριστά οι οργανώσεις του Συνασπισμού, χωριστά του ΣΥΡΙΖΑ. Πότε και πώς θα γίνει η σύνθεση των απόψεων των διαφορετικών οργανώσεων, για να λαμβάνονται συνθετικές αποφάσεις; Σε ένα άλλο ανώτερο επίπεδο; Όμως αυτό δεν είναι δημοκρατία όχι μόνο επειδή οι συνθέσεις δε γίνονται στη βάση του κόμματος αλλά και επειδή δε γίνεται έτσι δυνατή η κατάχτηση ενιαίας αντίληψης, που είναι προϋπόθεση αλλά και συνέπεια της δημοκρατίας, ώστε να αποφεύγεται η ιδεολογική πολυδιάσπαση, φαινόμενο που μας χαρακτήριζε πάντα έντονα. Η νομιμοποιημένη διατήρηση των στεγανών επιβεβαιώνει αλλά και κατοχυρώνει την αδυναμία σύνθεσης. 
γ) Ελλοχεύει πάντα  ο κίνδυνος, όταν οι οργανώσεις ενός κόμματος ζυμώνονται με διαφορετικές ιδέες και δεν προβαίνουν από κοινού στη σύνθεσή τους, στο μέλλον να αλληλολιθοβοληθούν. Δε βλέπανε αυτό τον κίνδυνο οι αποφασίσαντες; Μπορεί να μου πείτε όμως ότι είχαν κατά νου να άλληλολιθοβοληθούν πρώτα εκείνοι, οπότε περίττευε η πρόβλεψη του άλληλολιθοβολισμού μεταξύ των οργανώσεων (Εδώ γίνεται αναφορά στην έντονη  διαμάχη που είχε ξεσπάσει τότε μεταξύ Αλαβάνου, Τσίπρα, Κουβέλη, Γλέζου, Μπανιά κλπ.).
Υπό συνθήκες λοιπόν νομιμοποιημένων στεγανών δεν μπορεί να γίνεται λόγος ούτε για εσωκομματική ενότητα ούτε και για ενότητα ευρύτερη της Αριστεράς, ας την έχουμε απόλυτη ανάγκη. Με τέτοιες εσωκομματικές καταστάσεις δικαιώνουμε είτε τον Πάγκαλο, που μίλησε κάποτε για ρετάλια της Αριστεράς, είτε την Παπαρήγα, που μας ειρωνεύτηκε τελευταία: «Αυτοί δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους, τι ενότητα ζητάνε;». Όταν δεν υπάρχει διάθεση για πραγματική ενότητα στους κόλπους μας και όταν δε διασφαλίζουμε τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για την επίτευξή της – αντίθετα τις ναρκοθετούμε - ούτε την ιδεολογία της Αριστεράς υπηρετούμε ούτε την ενότητά της. Θεωρώ δε παρανοϊκό, γιατί όχι και ανέντιμο, να ανάγουν οι πολιτικοί μας ηγετίσκοι την προσωπική τους αντίληψη για την Αριστερά και την όποια εμπλοκή της ζωής τους στην Ιστορία της ως μόνη αυθεντική εκδοχή και ως μοναδικό σωσίβιο της αριστερής ιδεολογίας. Αυτή την παρανοϊκή εγωκεντρικότητα, που τους κάνει να μη βλέπουν ούτε τη μύτη τους, έρχεται ένα "κόμμα" αριστερό να την κατοχυρώσει ως πολιτικό δόγμα;
Συχνά αναρωτιέμαι μήπως η μόνη θετική σχέση αυτών των ανθρώπων με την Αριστερά είναι η ιστορική, αν δεν αμφισβητείται ακόμα και αυτή. Σήμερα πάντως εγκληματούν κατά συρροή σε βάρος της Αριστεράς προβάλλοντας διαρκώς αντιαριστερές και αντιδημοκρατικές θέσεις. Δεν έχω την αξίωση κι ούτε με ενδιαφέρει οι πολιτικοί μου ηγέτες να είναι χαρισματικοί ή να έχουν ιδιαίτερες ικανότητες. Έχω όμως την απαίτηση και είναι δικαίωμα μου, εφόσον ανήκω στην Αριστερά, τα λόγια τους και οι πράξεις τους να φέρουν το στίγμα της αριστερής ιδεολογίας, και εφόσον ανήκω σε μια σωστή, σύγχρονη αριστερά, να πιστεύουν στη δημοκρατία.
Η νομιμοποίηση όμως των τάσεων είναι αναίρεση και της ίδιας της έννοιας του πολιτικού κόμματος, που δεν είναι ούτε Ακαδημία πολιτικών συζητήσεων ή αντιπαραθέσεων ούτε ίδρυμα πολιτικής στέγασης ετερόκλητων ιδεολογικά ομάδων, που αδυνατούν μόνες τους ν` αποτελέσουν στέγη, ούτε ιδεολογικό παντοπωλείο να πουλάει κάθε είδους ιδεολογικό προϊόν,  για να παίρνει ψήφους. Είναι συγκροτημένο ιδεολογικά και οργανωτικά μόρφωμα, που φιλοδοξεί με την ορθότητα, ενάργεια και υπεύθυνη προβολή των θέσεών του να συμβάλει στην ολική προαγωγή της κοινωνίας και του ανθρώπου γενικά.  
Δεν πρέπει ακόμα οι πολιτικοί μας ηγετίσκοι να ξεχνάνε ότι δεν είμαστε εδώ, σ` αυτό τον πολιτικό χώρο, από ενθουσιασμό. Από απέχθεια προς τις άλλες εκδοχές της αριστερής ιδεολογίας βρισκόμαστε εδώ. Θέλουν και την ήδη υπάρχουσα δυσαρέσκεια που νιώθουμε γι` αυτούς  να μας τη μετατρέψουν σε απέχθεια και να μας στείλουν τελείως στα σπίτια μας; Τότε ο δικομματισμός θ` αποτελεί και πάλι το άλλοθί τους;
Πάντως σε καιρούς δύσκολους για την Αριστερά, σε καιρούς που το ερώτημα «φταίει ο γιαλός ή εμείς στραβά αρμενίζουμε» δεν επιδέχεται μονοδιάστατη απάντηση, γιατί φαίνεται να φταίει και ο γιαλός(δηλαδή η κοινωνία μας είναι αρκετά δεξιά), τα λάθη των πολιτικών μας ηγετών δεν είναι απλά πλημμελήματα. Γι` αυτό είπαμε στην αρχή ότι με βάση τις υποκειμενικές συνθήκες του ΣΥΡΙΖΑ, ιδεολογικές και οργανωτικές, το εκλογικό αποτέλεσμα ήτανε θρίαμβος και αυτό δεν μπορεί να πιστωθεί αλλού παρά μόνο στο ηγετικό δίδυμο(εννοεί Αλαβάνο-Τσίπρα), που μετεκλογικά έπαυσε να είναι δίδυμο.
Πρόταση: Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω η πρόταση για την αντιμετώπιση του αδιεξόδου στο οποίο περιήλθε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μία και μοναδική: Κατάργηση της οργανωτικής κατοχύρωσης των τάσεων και των συνιστωσών, που αποτελούν ναρκοπέδιο, νέα διακήρυξη που θα προσδιορίζει το αριστερό ιδεολογικά στίγμα του ΣΥΡΙΖΑ με βάση και τις σημερινές συνθήκες, πραγματοποίηση συνεδρίου για την επικύρωση της ιδεολογικής διακήρυξης αλλά και για τη σύνταξη δημοκρατικού καταστατικού και θέσπιση δομών, οργάνων και λειτουργιών που θα διασφαλίζουν απόλυτα τις δημοκρατικές διαδικασίες και την πλήρη συμμετοχή των μελών στη λήψη των αποφάσεων κάθε είδους. Η δε εξουσία δεν μπορεί παρά να είναι μόνο συλλογική και όχι προσωποπαγής, αιρετή φυσικά και ανακλητή πάντα. Αυτό σημαίνει επανίδρυση του ΣΥΡΙΖΑ.















  

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

"Είτε βραδιάζει είτε φέγγει..."


Σχόλιο για την «πρόσδεση» της κ. Κατσέλη στο ΣΥΡΙΖΑ

Πριν στεγνώσει το σχετικό μελάνι μας (aletziolzs.blogspot.com Προεκλογική Τριλογία Β,  Γ. …6. Προσωπογραφία Τσίπρα), ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ «ξέθαψε» τελικά το ένα μέρος του διδύμου, την κ. Κατσσέλη, «κάνοντας διορθωτική παρέμβαση στη σοφία του λαού», αλλά κι επαληθεύοντας τον ισχυρισμό μας ότι τα κόμματά μας δεν είναι δημοκρατικά. Η απορία μας: Γιατί το έκανε αυτό;
- Προφανώς, γιατί επιδιώκει ο κ. Τσίπρας να ενισχύσει το λαϊκό ρεύμα προς το μέρος του, ελπίζοντας κατ` αρχήν ότι το μηδαμινό ποσοστό που πήρε η κ. Κατσέλη ως δίδυμο το κουβαλά μαζί της και κατά δεύτερο ότι οι ενώσεις, που ενέχουν τη δυναμική πολλαπλασιασμού των αθροιστικών ποσοστών, διαδραματίζουν  θετικό ρόλο πάντα όποιες κι αν είναι.
- Προφανώς, γιατί επιδιώκει ευρύτερη συμπαράταξη αντιμνημονιακών δυνάμεων.
- Προφανώς, γιατί η συνάντησή του μαζί της, όταν είχε στο χέρι τη διερευνητική εντολή, εμπεριείχε λίγο ως πολύ και δέσμευση για μελλοντική σύμπραξη.  
Δε βρίσκω άλλους προφανείς λόγους. Πόσο όμως αυτοί οι λόγοι κυοφόρησαν θετική δράση;
1. Το ποσοστό της κ. Κατσέλη δεν είναι άξιο λόγου, για να το υπολογίζει κανείς. Ο πολλαπλασιασμός δε του αθροίσματος επί μέρους ποσοστών επέρχεται μόνο, όταν οι ενώσεις είναι πολιτικά υγιείς, βασίζονται σε αρχές. Διαφορετικά γίνονται μπούμερανγκ, μειώνουν ή και υποπολλαπλασιάζουν το άθροισμα.
2. Για το δεύτερο προφανή λόγο εγείρεται προγενέστερα ένα πολύ κρίσιμο ερώτημα: Ανήκουν στις αντιμνημονιακές δυνάμεις στελέχη του Πασόκ, που υπηρέτησαν από τη θέση Υπουργού μάλιστα τη μνημονιακή του πολιτική και τώρα κάνουνε το καθετί να βρεθούν, όπως κάποια στιγμή το έκανε και ο κ. Χρυσοχοϊδης, στο στρατόπεδο των αντιμνημονιακών; Δεν υπαγορεύεται αυτή η επιχείρηση «μετάταξής» τους  από τον καιροσκοπισμό της διάσωσης;
3. Για τον τρίτο: Ένα λάθος δε διορθώνεται με ολοκληρώσεις του. Αυτές το διογκώνουν και το μετατρέπουν σε ογκόλιθου που αργά ή γρήγορα πέφτει πάνω μας και μας καταπλακώνει.
Αυτά που λέω δεν είναι σοφίες. Σε πολιτικό νηπιαγωγείο αν πάει κάποιος, θα τις βρει να διδάσκονται.
Πάντως η πράξη αυτή του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ εγείρει μέγα ιδεολογικό και πολιτικό θέμα. Απορώ πώς δεν τέθηκε από παραδοσιακά στελέχη του ή από τις συνιστώσες του. Μήπως αυτές αντιδρούνε μόνο, όταν είναι να κάνουνε ζημιά, ή μήπως γενικότερα προεκλογικές σκοπιμότητες τους κάνανε όλους βουβούς;
Το θέτουμε όμως εμείς, που δεν πιστεύουμε ότι η βουβαμάρα οποιασδήποτε σκοπιμότητας είναι πιο πάνω από την ομολογία της αλήθειας. Βάση μας θα είναι κυρίως η αιτιολόγηση της πράξης «όπου εκτός των άλλων εμπεριέχεται δυνητικά και η επανάληψη» του λάθους. Αν υπάρχει ανειλικρίνεια, στις αιτιολογήσεις φαίνεται. Το «εκτός των άλλων» μπήκε, για να εμπεριέχεται αυτή η υπονόηση. Η εξέλιξη τώρα της «ερωτοτροπίας σε στεφάνι» αιτιολογήθηκε από τον κ. Τσίπρα διπλά. «Ο καθένας έχει το δικαίωμα να αλλάζει…» και «δε ζήτησε ούτε της δόθηκε κάποιο αντάλλαγμα». Δηλαδή για τον κ. Τσίπρα, ξεκινώ από το δεύτερο, γίνεται επιλήψιμη μια τέτοια υποδοχή, μόνο εφόσον δίνεται αντάλλαγμα, όχι αν το συγκεκριμένο πρόσωπο πληροί ή όχι τις προϋποθέσεις, που το κάνουν να συνάδει ή να μη συνάδει με την ιδεολογία και τους δεοντολογικούς κανόνες του κόμματος που το δέχεται. Αλλά και το αντάλλαγμα βλέπεται από τον αρχηγό του ΣΥΡΙΖΑ πολύ στενά. Η πολιτική διάσωση που της αντιπαρέχει ο υποδοχέας δεν είναι αντάλλαγμα και μάλιστα ανυπολόγιστης αξίας; Ή μήπως είναι αντάλλαγμα ευκαταφρόνητο η εσαεί κάθαρσή της για ό,τι έκανε και δεν έκανε στον πρότερο πολιτικό της βίο; Ή μήπως πάλι δεν είναι εσαεί κάθαρση η υποδοχή της σ` έναν αριστερό πολιτικό φορέα της «ελπίδας»; Κι αν υποτεθεί ότι ασκείται δίωξη στους υπαίτιους των Μνημονίων – 2000 αυτοκτονίες δεν είναι λίγες για να μην πρέπει να ασκηθεί δίωξη – με ποιο δικαίωμα ο κ. Τσίπρας την προαπαλλάσσει και βάζει με την παρουσία της στο κόμμα τροχοπέδη στην άσκηση δίωξης;
Έρχομαι στο πρώτο σκέλος της αιτιολόγησης: «Ο καθένας έχει το δικαίωμα να αλλάζει». Σαν να μιλάει ο Πρετεντέρης, που δικαιολογείται να το λέει, για να απενοχοποιεί τους ιδεολογικούς του πάτρονες για τις μεταστροφές τους. Αν εννοούσε ο κ. Τσίπρας νομικό δικαίωμα, δε θα διαφωνούσε κανένας μαζί του. Εννοούσε όμως ηθικό και ηθικό δικαίωμα να αλλάζει δεν έχει κανένας ούτε οι πολιτικοί ούτε ο οποιοσδήποτε κοινός θνητός. Ελάχιστες οι δικαιωμένες εξαιρέσεις και μόνο υπό ειδικές συνθήκες. «Είτε βραδιάζει είτε φέγγει μένει λευκό το γιασεμί», μας λέει τόσο φωτεινά και τόσο βαθυστόχαστα ο Σεφέρης. Δε θα συνεχίσω άλλο την αναγκαστική ηθικολογία. Φτάνει ως εδώ.
Ξανά στα πολιτικά. Άπρεπες συγκολλήσεις για τον ίδιο λόγο και την ίδια χρονική στιγμή με επικλήσεις βέβαια σε πατρίδα και Ελλάδα και όχι σε αναφαίρετα ηθικά δικαιώματα έκανε και ο Πρόεδρος της ΝΔ, ο οποίος επικρίνεται γι`  αυτό από τον Πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ. Πώς όμως, όταν τέτοια πολιτικά αγκαλιάσματα πραγματοποιεί η Δεξιά, συνιστούν άπρεπες συναλλαγές, όταν όμως τα διαπράττει η Αριστερά, είναι θεμιτά; Ο Σαμαράς εξάλλου έφερε απλώς πίσω ή πήρε ιδεολογικούς και πολιτικούς συγγενείς. Αλλά ο κ. Τσίπρας εκπροσωπεί αριστερό κόμμα και εναγκαλίστηκε πολιτικά ιδεολογικούς και πολιτικούς του αντιπάλους εντελώς πρόσφατους. Του ταιριάζει να ενδύεται ρόλο Σαμαρά και δη απρεπέστερο; Άλλωστε μετά τις πολυσυνηθισμένες μεταστροφές  του πολιτικού μας προσωπικού που και ενέχουν διαφθορά αλλά και τη διαχέουν – αυτός είναι και ο λόγος που αποκλήθηκε διεφθαρμένο - έπρεπε όχι μόνο να είναι κανείς πολύ προσεκτικός σε πολιτικές ενσωματώσεις ηθικά και πολιτικά εξοφλημένων, αλλά και να τις αποκλείει ασυζητητί. Και θα το επαναλάβω: Με υλικά σκορδαλιάς δε γίνεται στιφάδο.
Ήδη η Δεξιά έχει αντιληφθεί ότι αυτή είναι η αχίλλεια πτέρνα του ΣΥΡΙΖΑ, να δίνει χέρι συνεργασίας σε στελέχη του Πασόκ και σε στυλοβάτες της διαφθοράς του και των Μνημονίων του. Εξού και η επίθεσή τους ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατευθύνεται από συνεργάτες του Άκη. Εκτός αν πούμε ότι δεν είναι συνεργάτες του τα κορυφαία στελέχη του κόμματός του ή αυτοί που μέχρι χθες ήταν υπουργοί.  Να σκεφθούμε ακόμη και το εφιαλτικό ότι ο Μπίστης δε βρίσκεται στο ΣΥΡΙΖΑ, επειδή τον πρόλαβε ο Κουβέλης;
Αδυνατώ ειλικρινά να καταλάβω. Τόση έλλειψη αυτοπεποίθησης έχει ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ και προβαίνει σε ανίερες συμπράξεις; Δεν είναι σε θέση μόνος του με τη συνεπή υπεράσπιση της πολιτικής του να φέρει το αποτέλεσμα που θέλει; Πώς έως τώρα τα κατάφερε; Χωρίς κόμμα ή άλλη συλλογική υποβοήθηση γίνανε όσα γίνανε. Δυστυχώς.
Φανερό είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει μόνο από τα λάθη του, από κανέναν άλλο. Αν βέβαια ο κ. Τσίπρας θέλει ν` αποτελεί στιγμιαίο και μόνο σύμβολο αυτού που εκφράζει, έχει κάθε δικαίωμα. Εντείνει όμως τη γενική ανησυχία μήπως στο «μπρος πίσω» που κάνει ελλοχεύει κάποια πιθανή προδοσία θελητή ή αθέλητη.
Εμείς πάντως απ`  όσα έχουμε μάθει στο διάβα της ζωής μας παίρνουμε μέτρα, προληπτικά και ασφαλή. Απορρίπτουμε τα προσωποπαγή κόμματα, αρνιόμαστε κάθε μορφή μεσσιανισμού. 

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ Β


       
Α.                ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ
              ΜΕ  ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ…*

Υπάρχει μία διαλεκτική σχέση μεταξύ γλωσσικής και πολιτικής παθολογίας. Δεν είναι της ώρας η ανάλυσή της. Θα γίνουν απλώς ορισμένες ενδεικτικές επισημάνσεις με αφορμή την πρόσφατη εισήγηση του κ. Λαλιώτη στο συμβούλιο ανασυγκρότησης του Πασόκ Θεσσαλονίκης.
Ο πολιτικός λόγος του κ. Λαλιώτη είναι, θα τολμούσα να το πω, ως προς την υφή του «ποιητικός» περισσότερο παρά πολιτικός λόγος, γι` αυτό και σαγηνευτικός. Ενσωματώνει μέσα στη φύση του πολιτικού λόγου και χαρακτηριστικά του ποιητικού, που συνδυασμένα με ανάλογες τάσεις του πρώτου ενισχύουν τη δραστικότητά του. Η συναισθηματικότητα ηθικού περιεχομένου και η αφαιρετικότητα είναι από τα πιο κύρια. Χάρη στο πρώτο ο λόγος έχει «εσωτερική ομορφιά» κι εναρμονίζεται με τις βαθύτερες ψυχικές διαθέσεις του ακροατηρίου, που ηθικές αλήθειες γυρεύει και προσδοκά ν` ακούσει. Αυτός ο εναρμονισμός είναι αναγκαίος για τη δημιουργία θετικού κλίματος που, προδιαθέτοντας ευνοϊκά το ακροατήριο, προετοιμάζει το έδαφος για την αποδοχή των «αληθειών» του ομιλητή. Χάρη στο δεύτερο υπερβαίνεται η συγκεκριμένη πραγματικότητα, κάτι που επιδιώκει επίμονα ο ομιλητής, όταν θέλει ν` αποκρύψει τα αρνητικά της σημεία, και προσδίδεται στο λόγο η ομορφιά της τελειότητας, για να προσλάβει έτσι και εξωτερική ομορφιά. Όσο δε πιο γενικευμένος είναι ο λόγος, όπως π.χ. ο ποιητικός ή ο μαθηματικός λόγος, τόσο πιο τέλειος εμφανίζεται στις εσωτερικές του σχέσεις και τόσο πιο ωραίος φαντάζει. Κι ενώ στην ουσία γίνεται σκόπιμη απόκρυψη της πραγματικότητας, κάτω από τις «θερμοκρασιακες» συνθήκες που δημιουργούνται και με την υποβολή του ποιητικού λόγου, αυτό όχι μόνο δε φαίνεται αλλά και ενθουσιάζει, καθώς μεταρσιώνει συναισθηματικά το ακροατήριο στη σφαίρα του ιδεατού.

Είναι η κλασσική μέθοδος εντύπωσης του μηνύματος στη συνείδηση του δέκτη μέσω του θυμικού, μέθοδος που προαπαιτεί παραμορφωτικές παρεμβάσεις στο λόγο και που με την ανάλογη στρέβλωσή του αποσιωπά ή παραμορφώνει την πραγματικότητα, για να την αποκρύπτει. Εδώ βρίσκεται η βάση του δημαγωγικού λόγου, όπως και του φασιστικού, και δε θα ήταν χωρίς υπόσταση ο ισχυρισμός ότι ο φασισμός αρχίζει από τις λέξεις. Όπως όμως κι αν κριθεί η μέθοδος αυτή, είτε από άποψη επιστημονικής μεθοδολογίας είτε από ηθική, δεν πληρεί ούτε στη μια ούτε στην άλλη περίπτωση κανέναν όρο, για να θεωρηθεί έντιμη.
Μέσα στο γενικό πλαίσιο αυτής της μεθοδολογίας κινούνται και οι επί μέρους μέθοδοι που χρησιμοποιεί ο ομιλητής, προκειμένου να καταστήσει το λόγο του πιο δραστικό. Τέτοιες μέθοδοι είναι (υποχρεωτικά περιορίζομαι σε απλή και ενδεικτική αναφορά): Η προεξόφληση, σε συναισθηματική πάντα βάση, «αληθειών», προϋποθετικών μάλιστα, που η πραγματικότητα μπορεί να τις θέτει σε αμφισβήτηση ή και να τις αντικρούει, όπως είναι η καταλυτικότητα του συγκεκριμένου γεγονότος, η ταύτιση του ομιλητή με τους ακροατές στο ηθικό και συναισθηματικό επίπεδο, οι καλές του προθέσεις κλπ.
Άλλη, η αποκάλυψη της μισής αλήθειας, που έχει την ιδιότητα να κρύβει την άλλη μισή, που αποτελεί και το οδυνηρό μέρος της όλης αλήθειας, καθώς περικλείει τα αρχικά αίτια και τους πρώτους υπεύθυνους, γι` αυτό χρησιμοποιείται στο τμήμα της αυτοκριτικής κυρίως.
Μια τρίτη, η εκστόμιση «εκθαμβωτικών» ηθικά αληθειών, που δεν έχουν λογική υπόσταση, εξαιτίας όμως του ηθικού τους «θάμβους» αποκλείουν εντελώς την πιθανότητα αμφισβήτησής τους.
Τελευταία στην ενδεικτική απαρίθμιση, η μελλοντολογική υπέρβαση του παρόντος, που μεταφέροντας τους ακροατές στο μέλλον, ανατροφοδοτεί τις ελπίδες τους. Σ` αυτή τη μέθοδο περιέχεται ακόμη και μια αντιστροφή της φυσικής χρονικής διαδοχής (το μέλλον καθορίζει το παρόν και όχι το αντίστροφο), που όχι μόνο αποκλείει την αρνητική επίδραση του παρόντος (όταν φυσικά είναι αρνητικό) στο μέλλον, αλλά και επιτρέπει και παρεμβάσεις του μέλλοντος στο παρόν και την πρόσδοση σ` αυτό των δικών του θετικών χαρακτηριστικών. Είναι μια μεταφυσική σύλληψη του ιστορικού γίγνεσθαι που δεν έχει καμιά σχέση με νόμους της πραγματικότητας και της ιστορίας.

Σε μια τέτοια σύλληψη της πραγματικότητας φαίνεται να στηρίζεται και το εγχείρημα της ανασυγκρότησης του κόμματος, γιατί κι εδώ δε λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση του παρόντος, η αρνητικότητά του, και, ενώ αυτό δεν είναι σε θέση να δώσει μέλλον, εντούτοις προσδοκάται. Το γεγονός ότι, μετά από την οικτρή διάψευση του κόσμου, το Πασόκ άρχισε ήδη παθολογικά να «ξεφουσκώνει», όπως παθολογικά «φούσκωσε», δεν προσμετράται. Επί πλέον, αφού γίνεται αποδεκτή η ισχύς του γενικού, γίνεται αποδεκτή και η ισχύς του ειδικού: Χωρίς να συμβούν αλλαγές στο παρόν, μπορεί να προκύψει ένα διαφορετικό μέλλον (θα φέρει από μόνο του τις αλλαγές) και δε θα έχει καμιά σχέση από άποψη ποιοτική με το παρόν. Δηλαδή το μέλλον μπορεί να αυτοδιαμορφώνεται.
Όμως η πραγματικότητα είναι άλλη: Δεν υπάρχει μέλλον χωρίς παρόν και η ποιότητα του παρόντος καθορίζει την ποιότητα του μέλλοντος. Κι όταν το παρόν είναι αρνητικό, θα πρέπει να γίνου αλλαγές σ` αυτό, για να ελπίζει κανείς στην κυοφόρηση ενός διαφορετικού μέλλοντος. Δίχως αλλαγή στα συστατικά στοιχεία του παρόντος δεν επέρχεται καμιά αλλαγή, όπως με υλικά σκορδαλιάς δε γίνεται στιφάδο. Τα ίδια λοιπόν πρόσωπα και οι ίδιοι όροι, που έφεραν τη «δύση» του Πασόκ, δεν μπορούν τώρα να φέρουν την «ανατολή» του.

Πώς όμως, ενώ έτσι έχουν τα πράγματα, αποτολμάται το εγχείρημα της ανασυγκρότησης, που μοιάζει με άλμα στο κενό και ως ποιο σημείο η στρέβλωση του λόγου μπορεί να αποκρύψει αυτή την πραγματικότητα; Η αποτόλμηση ενός τέτοιου εγχειρήματος - και η επιτυχία του – εξαρτώνται από δύο ειδών παραμέτρους, από εσωτερικές (εσωτερική διάθεση) και από εξωτερικές (αντικειμενικές συνθήκες) . Η εσωτερική διάθεση για παρόμοια εγχειρήματα στην πολιτική πάντα υπήρχε. Τα πολιτικά κόμματα έχουν και αυτά ένστικτο αυτοσυντήρησης, όπως και οι έμβιοι οργανισμοί και επιδιώκουν με κάθε τρόπο την επιβίωσή τους. Η σκοπιμότητα αυτή είναι τόσο ισχυρή, ώστε να τα εξωθεί συχνά στην πολιτική αποθράσυνση, ιδίως όταν αυτό το επιτρέπουν και οι εξωτερικοί όροι, που είναι στην περίπτωσή μας και αυτοί θετικοί επίσης:
Παράδοση δημοκρατικής πολιτικής ζωής η Ελλάδα δεν είχε ποτέ, παρόλο που δεν έλειψαν ούτε προς στιγμή οι αγώνες του λαού της για τη δημοκρατία, ώστε τα προσωποπαγή και αντιδημοκρατικά κόμματα να μην «ευδοκιμούν». Παιδεία, που να καθιστά τον Έλληνα πολίτη ικανό να διαχωρίζει το ορθόλογο από το ανορθόλογο, το αληθινό από το αναληθές και το έντιμο από το ανέντιμο, δεν υπήρξε πάλι ποτέ. Το «αντίπαλο δέος» στον ιδεολογικά όμορο χώρο επίσης δεν υπάρχει, γιατί η πνευματική ηλικία της πολιτικής Αριστεράς βρίσκεται ακόμα στο νηπιακό της στάδιο. Και ο λαός θα θέλει πάντα και θα ελπίζει για μια καλύτερη ζωή. Διαφορετικά είναι σαν να έχει αποφασίσει την αυτοχειρία του. Η πολιτική λοιπόν είναι γι` αυτόν βιολογική ανάγκη. Γι` αυτό και θα εναποθέτει πάντα τις ελπίδες του ακόμη και σε λογοκόπους, όταν δεν υπάρχουν άλλοι, για να αναδεικνύει έτσι μόνος του, ανεπίγνωστα και τραγικά, τους λαθρεπιβάτες της Ιστορίας του.

Κι ενώ λοιπόν το Πασόκ θα `πρεπε να είχε περάσει τώρα στην πολιτική ιστορία και μεταφερμένο στο εργαστήρι της πολιτικής παθολογίας, ν` αποτελεί αντικείμενο μελέτης της – γιατί πια μόνο παθολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει – εξακολουθεί, εξαιτίας των παραπάνω λόγων, να παίζει καθοριστικό ρόλο στην πολιτική ζωή και ν` αποτολμά, μέσα σε μια κατάσταση καθολικού εκφυλισμού του, την αναγέννησή του, βασισμένη σε φαντασιωμένο λόγο. Για τους ίδιους λόγους πάλι το φαινόμενο «κουτσογιωργισμός» παραμένει ακόμα «εν ζωή», παρόλο που εξαιτίας της υπεγηρίας του δεν το παίρνει κανείς στα σοβαρά, παρά μόνο το δημοσιαγρφικό ομόλογό του. Αλλά και η κάθε ανανεωμένη έκφρασή του, ιδιαίτερα αυτή που είναι τόσο ανανεωμένη, ώστε να μη δείχνει σε κανένα σημείο τη συγγένεια μαζί του, θα προβάλλει στην πολιτική σκηνή με αξιώσεις βιωσιμότητας, όσο οι ίδιοι λόγοι θα βρίσκονται σε ισχύ.

Όμως, κι αν ακόμη ο κ. Λαλιώτης εκλαμβανόταν ως άμοιρος ευθυνών, κι αν ακόμα του αναγνωριζόταν οι καλές προθέσεις (παραδοχές και οι δύο ανατρεπτικές της πραγματικότητας), και πάλι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι υπηρετεί τις σοσιαλιστικές ιδέες, γιατί ο τρόπος με τον οποίο τις «υπηρετεί» περισσότερο τις υπονομεύει. Θα πρέπει να τελειώνει κάποτε αυτή η καλλιέργεια της συναισθηματικής και μόνο σχέσης του λαού με τις σοσιαλιστικές αλήθειες. Είναι ανάγκη να συνδεθεί και λογικά μαζί τους, ώστε η συναισθηματική δύναμη να μετουσιωθεί σε λογική, για να αποκτήσει οπτική ικανότητα και αποτελεσματικότητα. Ειδάλλως δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ αυτή η ιστορία των επάλληλων διαψεύσεων του λαού και δε θα παύσει η Ελλάδα, ριγμένη «επί ασπαλάθων», να πληρώνει σαν τύραννος για κρίματα που δεν έχει κάνει.        


* Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» στις 16.08.1988. Ο τίτλος είναι της εφημερίδας. Ο δικός μου ήταν: «Η ανασυγκρότηση του Πασόκ άλμα στο κενό. Πόσο η στρέβλωση του λόγου μπορεί να το αποκρύψει;»


Β.                Η «ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ» ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
    Ή ΟΤΑΝ ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΤΟΥΣ ΚΑΡΠΟΥΣ
    ΤΗΣ ΑΥΤΟΔΙΑΦΘΟΡΑΣ ΤΟΥΣ, ΟΙ ΜΙΚΡΟΙ ΤΑ ΡΗΜΑΖΟΥΝ*
   Όλοι μας μείναμε άναυδοι από την αντίδραση της σημερινής γενιάς των δεκαπεντάχρονων ίσως όχι τόσο από την έκταση και ένταση που είχε όσο από την ίδια την εκδήλωσή της. Κανείς δεν περίμενε κι ούτε πίστευε ότι σε μια τόσο χειραγωγημένη και ελεγχόμενη κοινωνία θα εκδηλωθεί κάποια άξια λόγου αντίδραση απέναντι στην ασχήμια της. Γιατί είναι καθολική η ασχήμια της, διαπερνά όλες τις δομές και όλες τις «στρώσεις» της, πράγμα που δεν επιτρέπει «διαβλέψεις» σαν τις προηγούμενες. Τα μέλη της κοινωνίας αυτής, της δικής μας κοινωνίας, που έχουνε στα χέρια τους την τύχη της, άρα εμείς οι μεγάλοι, καταφέραμε με τις ιδιοτέλειές μας να «μπλοκάρουμε» από καιρό την Ιστορία, να έχουμε κλείσει όλες τις εξόδους της προς κάποια αλλαγή και εξέλιξη. Κι ακόμα, ισχυροποιούμε ολοένα και περισσότερο τα «μπλόκα» της, προβαίνοντας χωρίς εξαίρεση σε τέτοιες συμπεριφορές. Η εξάρτησή μας από τους χειριστές της πολιτικής εξουσίας, παροντικούς ή πιθανούς μελλοντικούς, είναι απόλυτη, καθώς ολοκληρωτική είναι και η πίστη μας στη μοναδικότητα της ισχύουσας ιδεολογίας, όση «μπόχα» κι αν βγάζει τώρα που η φούσκα της έσκασε και που ευφημιστικά, για να επιτευχθούν αυτοσυγκρατήσεις στις εναντιώσεις, της δόθηκε το όνομα της οικονομικής κρίσης ή ύφεσης. Η ονοματοδότησή της από το αιτιατό και όχι από το αίτιο, εμπεριέχει την καθόλου ατελέσφορη ευφημιστική συγκάλυψη εγκληματικότητας του αιτίου,  της ασύλληπτης σε βάθος και πλάτος. Εδώ βάρβαρες στρατιωτικές επεμβάσεις εκλήφθηκαν ως ανθρωπιστικές, επειδή έτσι ονομάστηκαν, δε θα αποδώσει ο ευφημισμός σε εγκλήματα διαπραγμένα ειρηνικά; Έτσι η Ιστορία στις κοινωνίες που διοικούνται από αυτό το ιδεολογικό και πολιτικό καθεστώς, που το ονομάζουμε καπιταλιστικό - και στη δική μας επομένως – είχε «κολλήσει» και δε διακρινότανε διαφυγές. Γι` αυτό και μείναμε όλοι μας άναυδοι.
   Όμως, κι αν όλοι οι δρόμοι της Ιστορίας είναι κλειστοί από τις ιδιοτέλειες και τις συναλλαγές των ανθρώπων, εκείνη βρίσκει πάντα τρόπο, αργά ή γρήγορα, να σπρώξει τον εαυτό της μπροστά και να συνεχίσει μέσα στο διηνεκές την εξέλιξή της. Επινοεί και ανοίγει δικούς της αδιόρατους δρόμους, αλλά όχι βεβαίως με το αζημίωτο, ποτέ. Κι όσο πιο κλειστή είναι η προοπτική της εξέλιξής της τόσο το αζημίωτό της γίνεται πιο ανελέητα απαιτητικό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού τις ηλικίες τις μεγαλύτερες των σημερινών δεκαπεντάρηδων τις είχε κερδισμένες η ιδιοτέλεια, έπρεπε η Ιστορία να προσφύγει στην «ακέρδιστη» προς ώρας γενιά των δεκαπεντάχρονων και αυτήν να θέσει σε κίνηση. Έμενε ακόμα το έναυσμα, το ερέθισμα ή η αφορμή που λέμε, που θα δινόταν στη γενιά αυτή, προκειμένου να κινητοποιηθεί. Κι επειδή η κινητοποίησή της έπρεπε να είναι γενική και σφοδρή, ώστε να μπορέσει η Ιστορία ν` ανοίξει τους δρόμους της, ήταν υποχρεωμένη να καταφύγει στην «εύρεση» συγκλονιστικής αφορμής. Και αυτό έκανε. Επέλεξε ως αναπόδραστο θύμα το θάνατο ενός δεκαπεντάχρονου, για να τον προσφέρει αφορμή στους συνομηλίκους του, ώστε να τους ξεσηκώσει. Είναι αυτό που ονομάσαμε αντίτιμο στο αζημίωτο της Ιστορίας. Και όλα μετά γίνανε όπως εκείνη τα όρισε.
   Η γενιά των δεκαπεντάρηδων στράφηκε με σφοδρότητα – από ανάγκη της Ιστορίας, είπαμε, γιατί αλλιώς κανένας δε θα διέκρινε την αποφασιστικότητά της – κατά των μεγαλύτερων γενιών - σχηματικά κατά των γονιών τους - που έχουν δεκαετίες τώρα την εξουσία στα χέρια τους και που φέρουν την ευθύνη για τη διαμόρφωση της σημερινής κατάστασης στη χώρα μας. Η γενιά λοιπόν των σημερινών δεκαπεντάρηδων, ενεργώντας εξ ονόματος, θα λέγαμε, των συνομηλίκων τους και των άλλων κοινωνιών, όρθωσε με ακράτητο πείσμα την εναντίωσή της απέναντι στη γενιά εκείνη, διευρυμένη τώρα, που διαχειρίστηκε την πολιτική εξουσία στη χώρα μας επί δεκαετίες, αναιρώντας ιδεολογικά τον εαυτό της κι επιφέροντας ολοκληρωτική διάψευση αλλά και βαθιά διάβρωση στο συνεκτικό ιστό της κοινωνίας μας. Και στο στόχο της η εξεγερμένη γενιά δεν είχε άλλον από την «ηρωική» γενιά του Πολυτεχνείου, που της έλαχε στο πρόσωπο της γενιάς των σημερινών δεκαπεντάρηδων να βρει το μάστορή της. Η σαρκαστικότητα της Ιστορίας το όρισε και αυτό, καθώς στη θέλησή της ανήκει και ο χλευασμός των λαθρεπιβατών της.
   Απέναντι στα «ενεργούμενα» της Ιστορίας ποια ήταν η στάση της ένοχης γενιάς; Η προσπάθεια μείωσης φυσικά της σημασίας αυτής της εξέγερσης, που ούτε καν εξέγερση δε θέλανε να ονομαστεί. Η μείωση όμως της σημασίας της, επειδή δεν μπορούσε να γίνει στο ποσοτικό της επίπεδο, εστιάστηκε στην αμαύρωση και υποβάθμιση των ποιοτικών της χαρακτηριστικών. Τα αναγκαστικά αίτια δε δικαιολογούσαν αντίδραση αυτού του μεγέθους, είπανε, ενώ τα τελικά αίτια δεν είχανε κανέναν αποσαφηνισμένο λεκτικό προσδιορισμό ή ούτε καν προσανατολισμό, άρα ήτανε σαν να μην υπήρχαν, οπότε η ανυπαρξία τους καθιστούσε ανύπαρκτο και το στοιχείο της συνειδητότητας. Επί πλέον και προπάντων είχε μένος καταστροφικό, ήτανε τυφλή, λέγανε. Τι τους έφταιγε η Τράπεζα, θα διαλαλήσει μεγαλοδημοσιογράφος**, που δεν είχε ακούσει τίποτα για το ρόλο τους στην κρίση, ενώ οι δεκαπεντάρηδες, που «δεν έχουνε γνώσεις», είχανε, φαίνεται, ακούσει.
   Με την προβολή τέτοιων ιδεών παρουσιάζανε μειωμένη όσο γινόταν τη δική τους ενοχή, αποκρύπτοντας βέβαια ότι στην Ιστορία η αναλογία ανάμεσα στο μέγεθος της πίεσης των αιτίων και στο μέγεθος των αντιδράσεων τηρείται πάντα ή κι αν διαταράσσεται η διαταραχή γίνεται σε βάρος του μεγέθους της αντίδρασης, λόγω δυσκολιών που έχει η εκδήλωσή της, αφού προσκρούει στην έννομη τάξη. Ενώ η αναλογία ανάμεσα στο μέγεθος της αντίδρασης και στη δυνατότητα λεκτικής της απόδοσης δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει. Η αδυναμία αντίστοιχης λεκτικής έκφρασης της αγανάκτησης δε μειώνει το μέγεθος της διάθεσής της και συνήθως το βουβό είναι πιο σφοδρό στις αντιδράσεις του. Γιατί η αντίδραση είναι πιο έντονη, όταν η τροφοδότησή της γίνεται βιωματικά.
Αλλά και τα τελικά τους αίτια είχαν ξεκάθαρο προσανατολισμό: την υπάρχουσα κατάσταση, παντελώς να εκλείψει. Τόσο μισητή τους είναι. Δεν είναι προσανατολισμός να θες να γκρεμίσεις καθετί σάπιο που ορθώνεται μπροστά σου; Έδειχνε τέλος η ένοχη γενιά, για τη μείωση της ενοχής της πάντα, πως δεν έβλεπε ότι η Ιστορία θα γινόταν πιο απαιτητική ως προς το αζημίωτό της, για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω, αφού έμελλε η παρέμβασή της να είναι αποφασιστικότατη. Το μέγεθος της αναλγησίας μας είχε στήσει τόσο μεγάλα φράγματα στο δρόμο της, ώστε να μην είναι δυνατή η ανατροπή τους παρά μόνο με σφοδρή βιαιότητα και εκτεταμένες καταστροφές.  
   Μα μπήκαν και οι «κουκουλοφόροι» στη μέση, αντιτείνουν, που η δουλειά τους αυτή είναι, να καταστρέφουν αναίτια. Και τι δουλειά είχανε μαζί τους ως συναυτουργοί και συνεχείς αναπληρωτές ή ως ακόλουθοί τους οι άλλοι νέοι, που αποτελούν όχι απλώς την πλειοψηφία, αλλά το σύνολο; Για τους «κουκουλοφόρους» όμως προκαταρκτικά δυό διευκρινίσεις: Ο συντάκτης του κειμένου έχει την άποψη ότι η πλειοψηφία τους δεν είναι «βαλτοί», έστω κι αν με τις ενέργειές τους πολλές φορές μοιάζουν να είναι. Δεύτερον η εξήγηση ενός κοινωνικού φαινομένου, η προσπάθεια αναγωγής του στα αίτιά του, δε συνιστά πολιτική κάλυψη.
   Κι αν λοιπόν δεχτούμε ότι αυτοί οι λίγοι και σταθεροί «κουκουλοφόροι» είδανε τον ξεσηκωμό των νέων ως ευκαιρία, για να τα ξαναρημάξουνε, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η ιδεολογική βάση, που υποκινεί τους μεν και τους δε, είναι κοινή, με τη διαφορά ότι στους πρώτους αυτή είναι σταθερή, ενώ στους δεύτερους περιστασιακή. Ότι σε όλους τους νέους ανεκδήλωτη διάθεση για τέτοιου είδους αντίδραση απέναντι στην κατάσταση που ισχύει στην κοινωνία μας υπάρχει επιβεβαιώθηκε με την καθολικότητα της αντίδρασής τους και τη συνεχή αναπλήρωση των «κουκουλοφόρων». Άρα τα αίτια του ξεσηκωμού, αναγκαστικά ή τελικά, είναι μόνιμο ιδεολογικό υπόβαθρο όλων των νέων, όπως και κίνητρο, οπότε κάθε αποκήρυξη ή αναθεματισμός των «κουκουλοφόρων», δεν αίρει τα αίτια που τους υποκινούν και, αφού δεν τα αίρει, ισοδυναμεί με ξόρκισμα.
   Όμως οι «κουκουλοφόροι», που με τόση ευκολία, ωσάν να πρόκειται για «λεπροφόρους», αφορίζονται και δίχως την παραμικρή επιφύλαξη αποκόπτονται από το σώμα της κοινωνίας μας με προορισμό το ρίξιμό τους στον Καιάδα, είναι γεννήματα της δικιάς της μήτρας. Δεν έπεσαν από τον ουρανό ούτε πλάστηκαν από «εξωγήινους» ή εξωγενείς παράγοντες. Γεννήματα της κοινωνίας μας είναι, δηλαδή παιδιά δικά μας και πλάσματά μας. Και η παθολογική κοινωνικά συμπεριφορά τους αντανακλά την παθολογία τη δική μας. Εξετάσαμε όμως ποτέ μήπως στο στόχαστρο αυτών των φανερών «κουκουλοφόρων» είναι κάποιοι άλλοι, κουκουλοφόροι πάλι, αλλά αφανείς, υπαίτιοι κιόλας της κατάστασης που ζούνε οι νέοι, εκείνοι που έχουνε μετατρέψει το πρόσωπό τους σε προσωπείο εφόρου ζωής και δε χρειάζονται κουκούλα; Πώς αλλιώς εξηγείται χρόνια και χρόνια άλλα να λέγονται, άλλα να εξαγγέλλονται, άλλα να διακηρύσσονται και τα αντίθετα να πραγματοποιούνται και ως σύμφωνα με τις διακηρύξεις τους να παρουσιάζονται; Αν έπρεπε στους περισσότερούς μας να αποκαλυφθεί η απάτη του συστήματος μεσω της έλευσης της κρίσης, αυτό καθόλου δε σημαίνει πως ήταν αδιόρατη ή προπάντων ότι τα αρνητικά της προεργασίας της δε βιωνότανε ως αδικία, ως ανισότητα, ως αμείλικτος ανταγωνισμός και αποκλεισμός των πολλών από τους λίγους, ως άγχος και αβεβαιότητα για το μέλλον, ως υποσκελισμός του ανθρώπου από το κέρδος και ως απαξίωση γενικά της ανθρώπινης ύπαρξης, όλα αυτά που αποτελούν δομικά στοιχεία της σημερινής μας ζωής σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο και που αισθάνονται ιδιαίτερα οι νέοι, όσο ακόμα δεν έχουν αναισθητοποιηθεί από την ιδιοτέλεια της βιοτικής μέριμνας. Αυτή η απλή συνάρτηση της δυνατότητας να ζει κάποιος - κι εδώ είναι οι πολλοί – από τη δυνατότητα κάποιων να κερδίζουν – κι εδώ είναι οι λίγοι – συνάρτηση που αποτελεί πεμπτουσία και νομική θωράκιση του συστήματος, δεν είναι εξωλογική, εξωηθική αλλά και εξωφρενική; Δεν είναι αυτό μια νέα κρυμμένη μορφή της παλιάς δουλοκτησίας; Κι επί πλέον να σου λένε μετά από μακροχρόνια και έμπραχτη αποδοχή αυτής της συνάρτησης, πράγμα που στην πράξη μεταφράζεται εκτός των άλλων και σε «λιτότητα» δεκαετιών για τους πολλούς και συσσώρευση αμύθητου πλούτου σε λίγους, ότι οι ιδιοκτήτες και κύριοι της ζωής μας είχανε παρόλα αυτά «χασούρα», που έθεσε εκτός λειτουργίας τη «μηχανή» της παγκόσμιας οικονομίας κι αν κατεπειγόντως δεν εξευρεθούν, για να προσφερθούν στους χειριστές της τα κεφάλαια που ζητάνε – ίσα ή περισσότερα από αυτά που φάγανε κανείς δεν ξέρει, μιλάμε ωστόσο για υπέρογκα ποσά δισεκατομμυρίων – τότε η «μηχανή» αυτή, που με τη λειτουργία της συντηρεί όλο τον πληθυσμό της γης, δε θα ξαναλειτουργήσει, γιατί είναι ιδιοκτησίας των χειριστών της και προγραμματισμένη να τίθεται σε λειτουργία μόνο από τους ίδιους. Χωρίς την «αποζημίωσή» τους γι` αυτά που μας φάγανε, μας λένε τα υποχείριά τους οι κυβερνήσεις, πάμε όλοι χαμένοι.
   Πάντως ο δικός μου ταπεινός σχολιασμός για όλα όσα συμβαίνουν τη στιγμή αυτή στην παγκόσμια σκηνή είναι πως, αν κάτι τέτοιο συνέβαινε σε οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής συμβίωσης, οικογενειακή, κοινοτική ή εθνική, και δεν επενέβαινε ο νόμος για να επιβάλει τις δίκαιες κυρώσεις στους υπαίτιους,  τότε κανείς δε θα μπορούσε να συγκρατήσει τα πλήθη από το «λιντσάρισμά» τους. Όμως σε μια παγκόσμια τάξη πραγμάτων, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από τη θέληση των λίγων ισχυρών, είναι πολύ φυσικό να μην έχει καμιά θέση η οποιαδήποτε έννοια δικαίου κι επιβολής κυρώσεων στους υπαίτιους.  
   Αλλά και το προστάδιο αυτής της απάτης δεν είναι λιγότερο κακουργηματικό. Ένας μηδενικός σχεδόν αριθμός ανθρώπων,  χάρη στα υποχείριά τους, τις κυβερνήσεις των ισχυρών χωρών της γης, είπαμε, κατάφερε να ιδιοποιηθεί όλο τον πλούτο του πλανήτη αλλά και όλη την πολιτισμική δύναμη του ανθρώπινου γένους μαζί και την κάθε δυνατότητα που εμπεριέχει αυτή. Το αποτέλεσμα αυτής της μακροχρόνιας και συστηματικής λεηλασίας του πλανήτη αλλά και της στυγνής διπλής εκμετάλλευσης, εργασίας και περιουσίας, όλου του πληθυσμού της γης, ήταν η εξώθηση του μεγαλύτερου μέρους του στην ανέχεια και του ανθρώπινου είδους στον κίνδυνο της εξαφάνισης.
   Μα πού τα ξέρανε όλα αυτά οι νέοι, που τους λείπουνε οι γνώσεις, για να νιώσουν την ανάγκη αντίδρασης, μας ρωτάνε; Η απάντησή μας: Όλη αυτή η παθογένεια του συστήματος είναι, το είπαμε, βίωμα, όχι απόσταγμα θεωρητικών διερευνήσεων, και βιώνεται από όλους μας. Απλώς δεν ομολογείται. Οι τέκτονές της, που είναι και οι κύριοι νομείς της, δε θέλουν να την παρουσιάζουν ως παθολογική και παθογόνο κατάσταση, για να μην είναι και φαινομενικά δικαιολογημένες οι αντιδράσεις. Αλλά και όλοι οι άλλοι, που έχουνε μια συμμετοχή με τη μορφή απολαβής κάποιας ευημερίας στην ίδια νομή - και είναι οι πολίτες των αναπτυγμένων χωρών που δεν ανέρχονται ούτε στο ένα δέκατο του πληθυσμού της γης και που μαζί με τους τέκτονες αποτελούν τους ρυθμιστές της ζωής όλης της οικουμένης - και αυτοί δε μιλάνε. Εξαγοράσανε την όποια συμμετοχή τους στη νομή με τη σιωπή τους. Αν το ομολογούσαν θα ενοχοποιούσανε τους εαυτούς τους, καθώς ξέρουνε πολύ καλά ότι χάρη στην παγκοσμιοποίηση της ανισότητας και αδικίας αποκτούν οι ίδιοι τη δυνατότητα - την καταστήσανε και δικαίωμα – συμμετοχής στη νομή. Είναι η αυτοδιαφθορά για την οποία κάνει λόγο ο τίτλος.
   Ωστόσο παρά την καθολική επικράτηση της παθολογίας του συστήματος σε παγκόσμιο επίπεδο και σε όλες τις δομές των κοινωνιών μας και παρά την αδυναμία «διαβλέψεων» η Ιστορία, ας είναι ανέλπιστα, πήρε απ` ό,τι είδαμε θέση και, όταν η Ιστορία παίρνει θέση, τα πράγματα βαίνουνε καλώς.
   Όταν λοιπόν οι μεγάλοι απολαμβάνουν τους καρπούς της αυτοδιαφθοράς τους, οι μικροί τα ρημάζουν, για να κάνουνε καρποφόρο το μέλλον τους που το ρημάξανε οι γονείς τους.

*Πρωτοδημοσιεύτηκε στο έντυπο «Κάτοικος Δήμου Μίκρας», Τεύχος 4 – Μάιος 2009. Εδώ υπάρχουν συνδηλωτικά για το «αζημίωτο της Ιστορίας»
Από δω γεννήθηκε το τραγούδι μου "Δεκέμβρης 2008", που θα μπει αργότερα μαζί και με άλλα μου τραγούδια στο κανάλι μου στο You Tube
**Πρόκειται για τον κ. Πρετεντέρη

 Γ.                  ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΡΧΗΓΩΝ
           ΓΚΑΝΤΕΜΙΑ Ή ΑΝΟΙΑ, ΤΥΧΗ* Ή ΟΞΥΔΕΡΚΕΙΑ;
    

Έτσι κι αλλιώς τα κόμματά μας δεν έχουν δημοκρατία, για να παίρνονται συλλογικά οι αποφάσεις,  και ο αρχηγός τους είναι αυτός που καθορίζει τα μελλούμενα τόσο τα δικά τους όσο και της κοινωνίας μας. Θα επιχειρήσουμε εν όψει των νέων εκλογών τη σκιαγράφηση της προσωπογραφίας τους

1. Προσωπογραφία Σαμαρά
Οι ικανότητές του περιορισμένες σε σχέση με τις απεριόριστες φιλοδοξίες του. Νόμιζε παλιά πως, αν εκμεταλλευθεί την πατριωτικότητα που εμπεριέχεται στην ονομασία των Σκοπίων, θα γίνει εθνάρχης. Ρίχνει την Κυβέρνηση Μητσοτάκη και ιδρύει την ΠΟ.ΛΑ, για να σβήσει από τον πολιτικό χάρτη. Με παρακάλια και ελιγμούς και, καθώς η συγκυρία ευνοεί, ν` αποκτήσει το κόμμα  αντίβαρο στο διπλό Μητσοτακέικο, ξαναμπαίνει στη ΝΔ, γίνεται και Υπουργός. Τίθεται θέμα ηγεσίας στο κόμμα, συμφέρει στον Αβραμόπουλο να συνεργαστεί μαζί του, ώστε να ηττηθεί η Μπακογιάννη, σοφίζονται την εκλογή από την κοινωνία, αναδεικνύεται αρχηγός. Τρίζει τα δόντια και διαγράφει όσους υποδηλώνουν διαθέσεις αμφισβήτησης του ίδιου ή της πολιτικής του. Επειδή ψήφισε το Μνημόνιο, διαγράφει και την Μπακογιάννη, που το πήγαινε κι αυτή φιρί φιρί. Όχι πως αυτός ήτανε κατά του Μνημονίου. Απλώς το «μείγμα» της πολιτικής του δεν είναι, έπρεπε να λέει, αυτό που θα ήθελε εκείνος, ώστε να μπορεί να κάνει τον αντιπολιτευόμενο. Κατόπιν για την ικανοποίηση των φιλοδοξιών του πάλι, αλλάζει ψηφίζοντας Μνημόνιο και διαγράφει όσους δε μεταστρέφονται, για να τους ξαναπάρει πάλι, γιατί ερχότανε εκλογές. Τελικά ο λαός τον καταποντίζει. Δεν τα βάζει κάτω. Κι ενώ επί αρχηγίας του τα δύο κόμματα της Δεξιάς γίνονται πέντε, επιχειρεί να συγκροτήσει ευρωπαϊκό κεντροδεξιό μέτωπο. Για τη σύμπηξη αυτού του μετώπου καλεί, διαγραμμένους και μη, όλους τους καταδικασμένους από το λαό με απουσία από τη Βουλή. Οι περιστάσεις ευνοούν καθώς συμπίπτουν πολλές διασώσεις: Σώζονται οι καταδικασμένοι, σώζεται το Μνημόνιο, σώζεται η παράταξή του, σώζεται η Ελλάδα από την άνοδο της Αριστεράς, σώζεται και ο ίδιος, που είναι και το ζητούμενο. Παρόλα αυτά μόνον ένας ναυαγός πιάνεται από το σωσίβιο που έριξε, η «συναγωνίστριά» του στη διεκδίκηση της αρχηγίας και μετέπειτα κομματική ανταγωνίστρια, που επανέρχεται με τύχη βουνό στην πολιτική σκηνή. Η Ελλάδα, θα μας πει, την έσπρωξε να πιάσει το σωσίβιο που έριξε ο άλλος κατ` εντολή της πατρίδας, όπως θα μας εξηγήσει ο ίδιος. Δε σκέφθηκε όμως ο άνους ότι αργά ή γρήγορα οι περιστάσεις θα ευνοήσουν και θα του την πάρει την αρχηγία η άσπονδη σωσμένη του που ο λαός την είχε καταστήσει πολιτικά νεκρή. Πιάστηκαν βέβαια από το σωσίβιό του και λακισμένοι ακροδεξιοί από το ΛΑΟΣ, για να διασωθούν κι αυτοί. Ωστόσο, για να `ρθουμε στα δικά μας, όσα «ελλαδικά» ή πατριωτικά «πασπαλίσματα» κι αν βάλουνε πάνω από τις επιχειρήσεις της προσωπικής τους διάσωσης, ο καιροσκοπισμός τους δεν κρύβεται. Κι ενώ εκπροσωπούν τον ένα μεγάλο πόλο του διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος, κατά τις δικές τους αναγνωρίσεις, αυτοί οι ίδιοι, οι εθισμένοι στη διαφθορά, συνεχίζουν τη διενέργειά της και συναλλάσσονται μπροστά στα μάτια μας, θέλουνε δε το εκλογικό σώμα, που μόλις χθες αποφάσισε τον πολιτικό τους θάνατο, σήμερα να τους νεκραναστήσει. Δεν είναι πρόκληση;  
Βέβαια, δεν μπορώ να πω, είχανε και την γκαντεμιά τους οι άνθρωποι. Πάνω στην κορύφωση της μάχης για κοινή διάσωση έρχεται και η Μέρκελ να υπαγορεύσει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μας διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Λες και δεν αρκούσε η προσωπική τους υπαιτιότητα για τη διατήρησή τους στην κατάσταση του πολιτικά ανενεργού.   

2.  Προσωπογραφία Καμμένου
Από παντού καμμένος ο καημένος, από το Χρηματιστήριο, από την παράταξή του, από την ιδεολογία του, από τον αρχηγό του. Να μη γίνει εμπρηστής όλων των δικών του;

3. Προσωπογραφία Μιχαλολιάκου
Είναι «απερίγραπτος». Κανείς δεν μπορεί να αναπαραστήσει πιστά το πορτραίτο του. Ούτε ο ίδιος με αυτοπροσωπογραφία του μπορεί να αποτυπώσει ακριβώς τα προσωπικά του χαρακτηριστικά. Μόνο να τα εκδηλώνει μπορεί. Γι` αυτό με αυτοψία μόνο μπορεί κανείς να τα παρατηρήσει και μόνο την ώρα που εκδηλώνονται. Δυστυχώς, επειδή κι εγώ δεν είμαι σε θέση να τα αποδώσω, παραπέμπω σε αυτοψία. 

4. Προσωπογραφία Βενιζέλου
Όπου η καταστροφή του εκεί βλέπει ο Βενιζέλος την ικανοποίηση των φιλοδοξιών του και σπεύδει για την πραγματοποίησή τους.  Τον είδαμε το βράδυ των εκλογών του 2004 να φωνάζει στους φαρμακωμένους ψηφοφόρους του Πασόκ: Μη στενοχωριέστε, εγώ εδώ είμαι, για να σας σώσω. Και του την πήρε την αρχηγία ο ηττημένος Γιωργάκης.
Εμφάνιζε δυσκολίες η εφαρμογή του Μνημονίου, έσπευσε να αναλάβει την επιτάχυνσή της και την υπογραφή δεύτερου Μνημονίου. 13% το κόμμα του τώρα στις εκλογές με δική του αρχηγία και με τη δική του συμβολή στην προώθηση των μνημονιακών πολιτικών, ποσοστό που σηματοδοτεί τον αφανισμό του. Και όμως. σπεύδει να ξεσαπίσει το «σάπιο Πασόκ» σύμφωνα με τα λεγόμενά του, καταργώντας όλα τα όργανα, ας επίκεινται νέες εκλογές. Αλλά, αν δεν έχει ο άμοιρος ιδεολογία να επιδείξει, πώς θα δείξει ότι κάτι αναγεννησιακό πάει να κάνει; Μα και ποιας ιδεολογίας να γίνει κήρυκας; Πασών των ιδεολογιών που ενδυότανε το κόμμα του κατά καιρούς ή μιας κάποιας που κενό της δεν υπάρχει, για να το καλύψει; Γι` αυτό έχει εκλείψει πλέον ο αποχρών λόγος ύπαρξής του και σωστά μας το διαμήνυσε ο λαός δίνοντάς του τα ποσοστά που του `δωσε.
Για τη σκέψη όμως του Βενιζέλου ιδεολογίες και κομματικές οργανώσεις είναι ψιλά γράμματα. Άμα ανοίξει αυτός το στόμα του και αρθρώσει τον πλούσιο λόγο του, οι άνθρωποι θα «τσιμπήσουν», είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει σκέψη στα λόγια του. Έτσι πιστεύει. Και μετά «τρώει τα μούτρα» του. Είναι από γκαντεμιά  ή από αρνητική διορατικότητα. Η οίησή του του λέει από γκαντεμιά, γι` αυτό και δεν τελειώνουν οι «γκαντεμιές» που βρίσκει συνέχεια μπροστά του ο βαρύς στο σώμα και ελαφρύς στο πνεύμα νέος αρχηγός του Πασόκ. 

5. Προσωπογραφία Κουβέλη
Πολιτεύθηκε με αξιοπρέπεια. Η σύνεση που τον διέκρινε και το χάρισμα του λόγου αποτελούσαν σημαντικά εχέγγυα, για να παίξει κάποιον ηγετικό ρόλο στο χώρο της Αριστεράς, όπου ανήκε. Έως πρόσφατα δεν το είχε καταφέρει. Φαίνεται πως δεν μπορούσε άλλο να περιμένει παραμένοντας ως τα στερνά του βίου του ένα απλό στέλεχος της Αριστεράς. Εξάλλου κι εκεί που ήταν προκοπή δεν είχε ούτε ο ίδιος ούτε το κόμμα. Τολμά λοιπόν αποσκιρτώντας να δημιουργήσει δικό του κόμμα και να γίνει ο ηγέτης του. Εξαιτίας του Μνημονίου πάνε άριστα τα δημοσκοπικά του ποσοστά. Υπερβαίνει κατά πολύ το ΣΥΡΙΖΑ. Όμως οι ιδέες του δεν αντιβαίνουν ευκρινώς στο Μνημόνιο. Το δείχνει. Κάθετη η πτώση των ποσοστών του στις δημοσκοπήσεις. Γέρνει μετά προς αντιμνημονιακές πολιτικές και κατορθώνει τελικά να συγκρατήσει κάποια ποσοστά. Κι ενώ πριν από τις εκλογές απέκλειε οποιαδήποτε συνεργασία, προεκλογική και μετεκλογική, με το ΣΥΡΙΖΑ, μετά τις εκλογές, όταν παίρνει τη διερευνητική εντολή ο Τσίπρας, δέχεται να συνεργαστεί. Σε λίγο μετατοπίζεται προς τα δύο μνημονιακά κόμματα, καλώντας και το ΣΥΡΙΖΑ να πάει μαζί τους υπό τους δικούς τους όρους, ώστε να σχηματιστεί Κυβέρνηση, ενώ μπορούν μόνοι τους να τη σχηματίσουν. Δεν το κάνουν, για να επιρριφθεί η ευθύνη στον Τσίπρα. Ξαναδηλώνει ο κ. Κουβέλης ότι δεν πρόκειται μετά τις νέες εκλογές να συνεργαστεί μαζί του, για να ανακληθεί σχεδόν αμέσως κι αυτή του η δήλωση.
Αν δούμε ολικά τις ιδέες του κ. Κουβέλη, διαπιστώνουμε ότι ποτέ δεν είχαν αριστερό στίγμα. Αυτό το έχω δηλώσει και πριν από την απόσχισή του. Αν δούμε πάλι ολικά τις πολιτικές του κινήσεις, βλέπουμε μια «μετακινησιμότητα» που θυμίζει Καρατζαφέρη. Βέβαια δεν ανήκει στα αριστερά στελέχη, που από ιδιοτέλεια εγκατέλειψαν την Αριστερά και προσχώρησαν στο Πασόκ (Δαμανάκη, Ανδρουλάκης, Μπίστης, ων ουκ έστιν αριθμός, ή στη ΝΔ (Τατούλης και πολλοί άλλοι). Και αυτό είναι κάτι που τον τιμά αφάνταστα. Ωστόσο, όπως υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο να πουληθείς και να μην πουληθείς – και αυτή την απόσταση την κράτησε ο Κουβέλης – υπάρχει επίσης μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη συμφωνία με όλους και στη συνεπή τήρηση της δικής σου αριστερής ιδεολογικής γραμμής.  Ίσως γι`  αυτό, πιστεύω, τα ποσοστά του δεν ανεβαίνουν ή αυξομοιώνονται κατά τι, παραμένοντας πάντα σε χαμηλό επίπεδο. Να προσπαθεί τόσο και να θέλει με τόσο ευπρεπή λόγο να δείξει τόσο σοβαρός, αλλά η κοινωνία να μην τον παίρνει τόσο στα σοβαρά όσο προσπαθεί, αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί με απόδοση «στραβώματος» στο «γιαλό».  

6. Προσωπογραφία Τσίπρα
Τον αναδεικνύει αρχηγό του ΣΥΡΙΖΑ ο «κηδεμόνας» του Αλαβάνος, ο οποίος έκτοτε όσο ζει θα ζει για την υπονόμευσή του. Και τα άλλα όμως ηγετάκια αυτού του σχηματισμού του βάζουνε τρικλοποδιές από την πρώτη στιγμή. Θα σταθεί όρθιος και θα επικρατήσει. Ένα από αυτά, είπαμε, έφυγε. Εκείνος συνέχισε, ιδεολογικά αταλάντευτος, να ηγείται σ` ένα «κόμμα» απροσδιόριστης υφής, οργανωτικής και ιδεολογικής. Διάφορες ετερόκλητες συνιστώσες, που σε κάποιες περιπτώσεις μοναδική κοινωνική αναφορά έχουν τον εκπρόσωπό τους μόνο, «συνθέτουν» το σχηματισμό, που λέγεται ΣΥΡΙΖΑ και που μοιάζει με ρυμουλκό που έχει πολλά ρυμουλκούμενα πίσω του και γι` αυτό κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή από ανατροπή. Η δημιουργία ενός κόμματος με ενιαία οργανωτική δομή και αποσαφηνισμένο ιδεολογικό προσανατολισμό δεν τους απασχόλησε ποτέ. «Δε θα γίνει ποτέ κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ» θα διαλαλήσει καμαρωτά το σύμβολο της Αντίστασης. Ωστόσο το ρυμουλκό συνεχίζει να πορεύεται και χάρη στη στιβαρή οδήγηση δε διέτρεξε ακόμα τον κίνδυνο ανατροπής.
Έρχονται τα Μνημόνια, η κοινωνία στενάζει, συνεπής στην αντιμνημονιακή του πολιτική ο οδηγός του οχήματος πείθει – έχει ικανότητες -  ότι μπορεί όχι μόνο το όχημά του να οδηγεί αλλά και την κοινωνία στην επιδίωξή της να αποτινάξει το Μνημόνιο. Η ετυμηγορία της εκτινάσσει το σχήμα αυτό από το ποσοστό του 4% στο 17%, οπότε παίρνει τη θέση του δεύτερου κόμματος. Ο ηγέτης του κάνει στην αρχή καλή «διαχείριση» του ποσοστού του. Όταν όμως παίρνει την εντολή να σχηματίσει Κυβέρνηση, μετράμε λάθη του. Πρώτα πάει την εντολή βόλτα σε αξιοθέατα εκτός Βουλής, Ακρόπολη, Μουσείο…, με την εξήγηση πως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είμαστε απόγονοι των προγόνων μας. Κάπως έτσι. Ακατανόητες είναι επίσης, έχοντας την εντολή στο χέρι, οι συναντήσεις του με κόμματα που δεν μπόρεσαν να μπούνε στη Βουλή. Έρχεται όμως σ` επαφή και με το δίδυμο Κατσέλη…- δε θέλω να πω το όνομα του άλλου μέρους του διδύμου – υπουργοί και οι δύο που σήκωσαν γερά στην πλάτη τους και την πολιτική του Μνημονίου και τους αρχιτέκτονές του, τρόικα, αρχηγό, κόμμα. Αλλά, ξεθάβοντας ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ «ους» ο λαός έθαψε, δεν επιχειρεί διορθωτική παρέμβαση στη σοφία του λαού, ξεχνώντας φυσικά ότι η δική του σοφία είναι αντανάκλαση της προηγούμενης; Κατά πόσο όμως μια αντανακλασμένη σοφία μπορεί να παρεμβαίνει διορθωτικά στην «αντανακλώσα»; Μα δε φτάνει αυτό. Επακολουθεί και η πρότασή του να γίνει υπηρεσιακός πρωθυπουργός ο Αρσένης, πρόταση που έχει τεράστιο ιδεολογικό και πολιτικό βάρος, αρνητικό βέβαια, και που, αν συνδυαστεί με την προηγούμενη, την «ερωτοτροπία» του με την κ. Κατσέλη, σύζυγο του κ Αρσένη, μας πάει έξω από τη σφαίρα της πολιτικής, μας μεταφέρει στη σφαίρα των ερωτικών συμπεριφορών. Εδώ εμάς δε μας πέφτει λόγος, αφού είμαστε σ` αυτή τη σφαίρα, η καθ` ύλην όμως αρμόδια, η σύντροφός του, πώς και δεν αντέδρασε ακόμα;
Ανάμεσα στα λάθη του θα μπορούσα να συμπεριλάβω και τον όρο που έθεσε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για τη συμμετοχή του στη δεύτερη σύγκληση αρχηγών, να μην καλέσει τον αρχηγό της Χρυσής Αυγής, όρο που δυστυχώς ο κ. Παπούλιας τήρησε παραβιάζοντας απ` ό, τι φαντάζομαι το Σύνταγμα. Δε βλέπει εξάλλου ο κ. Τσίπρας ότι όσο περισσότερες δημόσιες εμφανίσεις κάνει ο κ. Μιχαλιολάκος, τόσο περισσότερο εκτίθεται και τόσο καλύτερα για όλους μας;  
Ας υποτεθεί όμως ότι αυτά τα λάθη οφείλονται σε υποδείξεις συμβούλων του. Αλλά κι έτσι αν είναι, ο ίδιος απαλλάσσεται από την ευθύνη της διάπραξής τους, ιδίως ως προς το σκέλος της αιτιολόγησης, όπου εμπεριέχεται εκτός των άλλων δυνητικά και η επαναληψή τους;  Και το άλλο ερώτημα: Πώς, γίνεται, ενώ ενεργεί με τόση οξυδέρκεια, να ενεργεί συγχρόνως και χωρίς αυτήν;
Ευτυχώς, θα μου πείτε, δε χρειάζεται να μην κάνει λάθη ο ΣΥΡΙΖΑ, αφού έχει τη Μέρκελ και το Σαμαρά που του τα σβήνουνε αμέσως. Όμως μια τέτοια επανάπαυση δεν είναι στην πολιτική βαθύτατα ζημιογόνα;

7. Προσωπογραφία Παπαρήγα
Εδώ το χέρι πάει μόνο του. Αυτονομήθηκε. Τραβάει μαύρες πινελιές και δεν τις φειδωλεύεται καθόλου. Όχι μόνο μια, αλλά πολλές, ατέλειωτες σχεδόν. Γιατί τόσες πινελιές, ρωτάω; Είναι για όλα τα στελέχη του κόμματος. Εδώ έχουμε συλλογική έκφραση και πρέπει να τους σκιαγραφήσουμε όλους, μου λέει. Και γιατί με μαύρες πινελιές; Έχω την αίσθηση, μου λέει, ότι πρέπει να πάσχουνε από αχρωματοψία του μαύρου, του εντελώς μαύρου, όχι του σκούρου ή του γκρίζου,. Στις αποχρώσεις του γκρίζου έχουν  ευαισθησία μεγάλη. Αυτός είναι ο λόγος που τα βλέπουνε συχνά όλα μαύρα. Και πώς σου γεννήθηκε αυτή η αίσθηση; Μα δεν το βλέπεις; Το μαύρο, μαύρο, το χρώμα του Μνημονίου, δεν το βλέπουν. Αν το βλέπανε, θα βλέπανε και το Μνημόνιο και κάτι θα κάμνανε μαζί και με άλλους, για να φύγει από πάνω μας. Κάτι δεν πάει καλά με σένα, του λέω. Αν έχουν αχρωματοψία του μαύρου, όπως λες, πώς θα δούνε την προσωπογραφία τους με τόσο μαύρο που την φτιάχνεις; Μα επαλήθευση της αίσθησής μου θέλω να κάνω, για να ξέρω τι πάθανε και δε βλέπουν το Μνημόνιο.         

Επίλογος

Σε θέση μάχης για τις επερχόμενες εκλογές οι εφτά αρχηγοί με τα αντίστοιχα κόμματά τους μαζί και τα υπόλοιπα κόμματα που δεν μπήκαν στη Βουλή. Το δίλημμα και αυτών των εκλογών ίδιο, Μνημόνιο ή ακύρωσή του. Αν κάποιοι θέλουν την αλλαγή του, είναι γιατί εξαιτίας του κάηκαν στις προηγούμενες εκλογές. Όμως τα εκλογικά διλήμματα ή διακυβεύματα, όπως λένε, δεν τα θέτουνε εντολοδόχοι δημοσιογράφοι και ΜΜΕ ούτε οι αρχηγοί και τα κόμματα, αλλά η ίδια η πραγματικότητα κι όποιος τη βλέπει και ανταποκρίνεται στα αιτήματά της, μπορεί να την αντιμετωπίζει ή και να έχει εκλογικά οφέλη.
Βέβαια η Μέρκελ με την παρέμβασή της στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μας έθεσε ένα άλλο δίλημμα, χρονικά προγενέστερο, αν για μας θα αποφασίζει εκείνη ή ο ελληνικός λαός. Ευτυχώς όμως η απάντηση στο δίλημμα της Μέρκελ εμπεριέχει την απάντηση και στο αρχικό, γιατί η παρουσία της είναι ολοκληρωτικά κυρίαρχη και εδώ. Την ευχαριστούμε που η κυρίαρχη παρουσία της στα δύο διλήμματα όχι μόνο διευκολύνει την απάντησή μας -  ποιος συμπολίτης μας θα έλεγε ότι δέχεται να αποφασίζει η Μέρκελ και όχι εμείς; - αλλά και καθιστά  τα δύο διλήμματα ένα και το αυτό και την απάντησή μας μία και μόνo:

Από τον πόλεμο που μας κηρύξατε εδώ και δύο χρόνια έχουμε δύο χιλιάδες θύματα και είμαστε αποφασισμένοι να τα τιμήσουμε, όπως κάθε λαός τιμάει τους νεκρούς του. Αυτά θα τους πεις, Αλέξη, και μέσα και έξω, κι ας τους να υπολογίζουν κέρδη και ζημιές.  ΈΧΟΥΜΕ ΔΥΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΝΕΚΡΟΥΣ. Αυτά θα τους λες.


*Ο όρος τύχη δεν έχει την έννοια του αναίτιου γεγονότος, αλλά του συμπτωματικού, αυτού που προκύπτει από εξωτερικούς παράγοντες, όχι από τις δικές μας προσπάθειες, ενέργειες ή ικανότητες.
Η εύνοια της τύχης έχει συντρέξει κατά καιρούς πολλά πολιτικά πρόσωπα, όπως για παράδειγμα τον προηγούμενο Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο αλλά και τον τωρινό, που τοποθετήθηκαν στο προεδρικό αξίωμα χάρη στη σύμπτωση των κομματικών σκοπιμοτήτων των δύο μεγάλων τότε κομμάτων, που ήτανε σε θέση με το άθροισμα των βουλευτών τους να εκλέξουν Πρόεδρο Δημοκρατίας. Ωστόσο κατά την άσκηση των προεδρικών καθηκόντων ο πρώτος τίμησε το αξίωμα αυτό, ο δεύτερος απλώς τιμήθηκε με αυτό.